Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Δὲν εἶναι παραμύθι

Κάθε πού γνώριζα κάποιον καί προχωρούσαμε σ’αὐτό πού λένε σχέση, μετά ἀπό λίγο καιρό ἔκανα ἕνα τεστάκι ὥστε νά ἀντιληφθῶ ἐάν ὄντως νοιώθω κάτι ἰδιαίτερο γι’αὐτόν ἤ ἁπλά τό σαρκικό ἤ κάτι φευγαλέο καί πρόσκαιρο μέ κρατᾷ ἐνθουσιασμένη.

Σέ μιάν ἔξοδό μας γιά φαγητό, μέ κάποια πρόφαση πού δέν θυμᾶμαι πῶς τήν διετύπωνα κάθε φορά, ζητοῦσα ἀπό τόν καβαλιέρο μου ἀκριβῶς τήν στιγμή πρό τῆς κατάποσης νά ἀνοίξῃ διάπλατα τό στόμα του ὥστε νά φανῇ ἡ πολτοποιημένη τροφή. Ἄλλος χαμογελοῦσε μέ ὅ,τι ἄκουγε, ἄλλος συνοφρυόταν, ἄλλος… Ὅλοι τό ἔκαναν ὅμως!

Ἐάν τό θέαμα μοῦ προκαλοῦσε μιά κάποια ἀηδία ἤ ἀκόμα καί μιά μικρή ἀποστροφή καταλάβαινα ὅτι δέν ἤμουν ἐρωτευμένη μαζύ του. Ἐάν τό ἔβλεπα ἐντελῶς ἐργαστηριακά, ἐάν τό ἀντίκρυζα σάν μέρος μιᾶς δραστηριότητάς του χωρίς τήν παραμικρή δυσαρέσκεια τότε ἔνοιωθα καλά, συνειδητοποιώντας πού μιά μή «σιδερωμένη» εἰκόνα του δέν μέ χαλᾷ.

Τόν Παῦλο, τόν εἶχα γνωρίσει ἀρκετό καιρό πρίν, κάποιο πρωί ὅλως τυχαίως, σέ μιάν τράπεζα. Ὡς ἀσκούμενη δικηγόρος καί μάλιστα νεοπροσληφθεῖσα, τό πεδίο δράσης μου ἀφιερωνόταν σέ ἐξωτερικές δουλειές… Ἦταν μιά Τρίτη, μετά ἀπό τριήμερο, μέ μεγάλη σειρά ἀναμονῆς καί ἕναν σχεδόν τριψήφιο ἀριθμό στόν μηχανισμό προτεραιότητας. Προχώρησα στά καθίσματα, περνώντας δέν τόν παρατήρησα, καθόταν στά μπροστινά· ἐγώ κατέληξα στά τελευταῖα. Λίγο μετά, ἦρθε πίσω – οὔτε καί τότε τόν πρόσεξα παρά μόνον τήν στιγμή πού μοῦ μίλησε· μοῦ προσέφερε τό δικό του χαρτάκι. Δέν μέ πειράζει κι ἄν καθυστερήσω, μιάν ἀβαρία κάνω κι ἐπιδιώκω ν’ἀργήσω τό περισσότερο δυνατόν, δικαιολογήθηκε. Τόν εὐχαρίστησα καί σηκώθηκα, εἶχε φθάσει ἡ σειρά…του. Τελειώνοντας ὅ,τι εἶχα νά κάνω, στράφηκα πρός τό μέρος του, τόν εἶδα νά μέ κυττᾷ καί τοῦ χαμογέλασα μέ ἕνα μουγγό εὐχαριστῶ, βγαίνοντας ἀπό τήν τράπεζα.

Κατευθυνόμενη στό αὐτοκίνητο πῆγα νά πετάξω τό χαρτάκι - τήν στιγμή πού τό σφαιροποιοῦσα εἶδα κάτι στό πίσω μέρος τοῦ ἀριθμοῦ προτεραιότητας. Ἦταν ἕνας ἄλλος ἀριθμός, τηλεφώνου προφανῶς μαζύ μέ τό ὄνομά του. Ἐκείνη τήν στιγμή δέν ἐνοχλήθηκα ἀλλά δέν μέ ἐνδιέφερε. Λίγο μετά, ἔστειλα σμς στόν ἀριθμό μέ ἕνα «εὐχαριστῶ πολύ καί πάλι» καί τό «παρακαλῶ» ἦρθε σχεδόν ἀμέσως.

Γιά ἡμέρες δέν εἶδα κάτι ἀπό μέρους του, τό περιστατικό εἶχε παντελῶς ξεχαστῇ μέχρι πού κάποια ἡμέρα, μετά ἀπό διάστημα ἁρκούντως πολύ ὥστε νά μήν δημιουργηθῇ συναίσθημα φορτικότητας, ἔλαβα ἕνα μήνυμά του. Ἦταν πολύ διακριτικό καί κάπως φλεγματῶδες. Ἀπάντησα κι ἐγώ στό ἴδιο στύλ καί σιγά σιγά ἄρχισε ἕνα γαϊτανάκι λήψεων ἀποστολῶν - ὄχι πολλά μηνύματα καθημερινῶς, ἁπλῶς σέ τακτά χρονικά διαστήματα. Καί κάποια στιγμή προέκυψε ἡ πρότασή του νά βρεθοῦμε.

Μή ἔχοντας ἰδιαίτερη προσωπική ζωή ἐκείνη τήν περίοδο, κάτι πού πρέπει νά εἶχα ἀναφέρει σέ κάποιο ἀπό τά μηνύματα, δέν μοῦ κακοφάνηκε ἡ ἰδέα, ἄν καί δέν μέ ἐνθουσίαζε. Συναντηθήκαμε ἕνα ἀπόγευμα καί πῶς γίνονται ὅλα αὐτά τά πράγματα; Αἰσθάνθηκα μιά κάποια ἔλξη ἡ ὁποία ὁδήγησε καί σέ ἄλλες συναντήσεις πού μέ τόν καιρό μοῦ δημιούργησαν μιάν ἐξάρτηση. Γίναμε ζευγάρι καί περνούσαμε ὅμορφα.

Ὁ Παῦλος ἦταν σχεδόν ἐμφανίσιμος, καλλιεργημένος - ὅσο τό ἐπιτρέπει ἡ ἐποχή μας - εὐγενικός καί συνεσταλμένος. Ἦταν ὅμως κι ἄβουλος, χωρίς νά ἀναλαμβάνῃ πολλές πρωτοβουλίες, ἀρκετά χαμηλῶν τόνων… Δέν μέ πείραζαν ὅμως ὅλα αὐτά, ἔστω σέ κρίσιμο βαθμό. Περνοῦσα ὡραῖα, ἄλλωστε εἶχε ὁλοκληρώσει ἐπιτυχῶς τό τέστ μέ τό φαγητό, ὁπότε…. Καί περάσαμε μαζύ ἀρκετό καιρό κάνοντας ἤ μή κάνοντας ὅ,τι κάνουν καί δέν κάνουν τά ζευγάρια.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι, μετά ἀπό κάμποσο διάστημα, ἄρχιζα νά φθείρωμαι καθώς δέν τόν εἶδα, δέν τόν ἔβλεπα ποτέ νά μιλήσῃ, νά μιλάῃ γιά τό μέλλον, τό μέλλον μας. Οὐδέποτε. Αὐτό μοῦ δημιούργησε ἕνα ἐμπόδιο στό νά ἀφήνωμαι ἐντελῶς μαζύ του. Τόν ἔβλεπα νά μήν ἔχῃ καμιάν ἐπίγνωση τοῦ χρόνου μας, παρά μόνον νά ζῇ στό παρόν χωρίς τό παραμικρό βλέμμα στό αὔριο μέλλον.

Αὐτό λοιπόν τό τόσο σημαντικό, σέ συνδυασμό μέ μερικά ἄλλα μικρότερης καίριας σημασίας μέ ἔκαναν λίγο πιό ἀπόμακρη, μαγκωμένη καί διστακτική. Τό περίεργο ἦταν ὅτι τήν περίοδο ἐκείνη παρατήρησα κάτι ὅμοιο καί σέ αὐτόν. Δέν θέλησα νά τό θίξω, εἴτε νά ἐκμυστηρευτῶ ἐγώ κάτι εἴτε νά ζητήσω ἐξηγήσεις γιά τά δικά του – σπάνια μιλούσαμε γιά τέτοια θέματα σέ προηγούμενες ὅμοιες φορές μας, τίς δύσκολες καί περίεργες. Ὁ στρουθοκαμηλισμός ἦταν κοινό μας χαρακτηριστικό.

Ὥσπου ἕνα βράδυ Κυριακῆς, σέ μιάν ἔξοδό μας ὅταν πιά δέν ἔνοιωθα νά περνάω ἀβασάνιστα καλά, ἀποφάσισα νά τοῦ μιλήσω, νά τόν ῥωτήσω γιά τήν σχέση μας, γιά τό μέλλον της/μας. Καθήσαμε σέ ἕνα ἤσυχο μέρος, γνώριμο, μέ διακριτική, σχεδόν ἄμπιεντ, μουσική. Τόν κυττοῦσα καλά, προσπαθοῦσα νά διακρίνω κάποια κοιλιά, κάποιο ξοβέλισμα στήν ματιά του σέ μένα, ἀποζητοῦσα μιάν μαντεψιά. Ἦταν τρυφερός καί χαμογελαστός μέ μιά μικρή ἀφηρημάδα ὡστόσο. Τρώγαμε ἤδη καί γελοῦσα μέ κάποιες διηγήσεις του, γιά μιά στιγμή εἶχα βρεθῇ καί πάλι σέ μιά χαραμάδα τοῦ παλιοῦ μας καιροῦ καί σκεπτόμουν νά ἀναβάλλω τίς προθέσεις κουβέντας, μᾶς νόμισα καί ἤμασταν ναί, καλά.

Μᾶς διέκοψε ὁ ἦχος ἑνός εἰσερχομένου μηνύματος στό τηλέφωνό του· αὐτός χωρίς τήν χαρακτηριστική ῥαθυμία ὅταν ἐπρόκειτο κάτι σχετικό μέ κινητό, στράφηκε στήν τσέπη του, τό ἔβγαλε καί διάβασε ὅ,τι εἶχε σταλῇ. Τόν κυττοῦσα καλά, τόν πρόσεχα ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ἔφερε τό τηλέφωνο στά χέρια του. Ἀφοῦ τό διάβασε, διαβάζοντάς το μᾶλλον, χαμογέλασε ἀλλά δέν ἦταν ἕνα ἀπό τά γνωστά του χαμόγελα – ἐκεῖνο εἶχε ἦχο, ἤταν ὄχι κάτι λίγο πρίν τό γέλιο πού μπορεῖ νά δημιουργηθῇ ἀπό κάτι ἰλαρό ἤ γελοῖο ἤ ἀστεῖο… Ἦταν ἕνα χαμόγελο τό ὁποῖο συνοδεύεται ἀπό μιάν ἐκπνοῆς ἀνάσα ἡ ὁποία μαρτυρᾷ κάποια περισσότερα συναισθήματα ἀπό ὅσα προκαλεῖ ἕνα ἁπλό χαμόγελο. Φαινόταν νά δραπετεύῃ πρός στιγμήν ἀπό τό τραπέζι μας, νά ταξειδεύῃ ἀλλοῦ, σέ μέρη τόσο εὐχάριστα γι’αὐτόν πού ἕνα σύνηθες, ἀθόρυβο χαμόγελο δέν ἁρκοῦσε.

Δέν εἶχα δεῖ τίποτε, δέν ἤξερα τίποτε, ἄλλωστε δέν γινόταν νά ξέρω! ὅμως ἦταν τόσο προφανές! Ἤπια λίγο νερό καί ἔσπρωξα τό πιάτο μου πρός στό μέρος του. Δέν ἤθελα περισσότερο, τοῦ προσέφερα ἀλλά ἀρνήθηκε· εἶχε τελειώσει κι αὐτός. Ἔψαχνε μάλιστα μιάν όδοντογλυφίδα, ἐδῶ καί ὥρα κάτι τόν ταλάνιζε στά δόντια. Κι ὅταν τελικά ἡ ῥίζα τοῦ κακοῦ βγῆκε στήν ἐπιφάνεια καί μ’ἀνακούφισι μοῦ τό’πε δείχνοντάς την μάλιστα, ἔνοιωσα μιάν ἀπίστευτη σιχασιά. Ἀπίστευτη σιχασιά. Ὄχι γιά τήν μέχρι πρίν ἀπό λίγο στά δόντια του ἴνα κρέπας.

http://vangelakas.blogspot.com/2010/08/blog-post_16.html

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Ὄνειρο στὸ (σάυμπερ) κῦμα. (2)

Ἔχει περάσει περίπου ἕνας μήνας ἀπό ἐκείνη τήν παταγώδη ἀποτυχία σέ τρέντυ νησί, ὅταν προσπάθησα νά τήν πέσω σέ μιά μαμαζέλ. Καταρρακώθηκα τόσο ὥστε μοῦ ἀποφάσισα μιά γκεσταπική ἀπομόνωση στό δωμάτιό μου. Γρήγορα ὅμως ἔγειανα, παρότι παραμένει σάν τατοῦ μέσα μου αὐτό πού ἔνοιωσα, ἀπήλαυσα, κι ἐν τέλει θαύμασα· τό κάθε χαρακτηριστικό τό ὁποῖον ἔκανε τήν λαϊκή μούσα νά κατατάξῃ τήν γυναίκα στά τρία κακά τοῦ κόσμου. Ψιλανέρρωσα λοιπόν, ἔγειανα ὅπως προεῖπον καί πῆρα τά πάνω μου ἀποφασίσας νά συνεχίσω τήν προσπάθεια. Μοῦ ἀπένειμα χάρι καί βγῆκα παραέξω (μέχρι τό σαλόνι ἔνθα τό λάπτοπ). Ἡ τσίκ τοῦ τσίκ προσπάθεια κολλητηριοῦ σέ μεναγκό ἀπότυχε ἀλλά ὑπῆρχε κι ἄλλο καλντερίμι.

Διαδίκτυον ἄκα ἰντερνέτ (σίκ).

Ἐν ἀρχῇ ἦν τό ἀιαρσί καί τά λοιπά τσάτια. Ἡ ἐκεῖ ἀνωνυμία πολύ μέ κέντριζε τό ἐνδιαφέρον καί μέ ἐνθάρρυνε σέ χαλεπούς γιά τήν ἰσορροπία μου καιρούς. Τό ἔπαιζα πολύ μαστρο-ἐκ καθέδρας καί πούλαγα -ἔστω βερεσέ- μούρη. Ψιλοπετύχαινε καί εἶχαν κάτσει μερικαί φάσεις στῶν ὁποίων τήν κεντρική σκηνή πρωταγωνίστησε τό σούρωμα τῆς κυλότας καθώς κατηφορίζει τούς γλουτούς. Ἀντικειμενικαί δυσκολίαι ὅμως κομπλάρισαν τό περαιτέρω χαϊλίκι καί ἡ κατάστασις μετά πολλῶν ἐπαίνων ἀπερρίφθη. Ὑπῆρχαν τότε καί τά ἀνώνυμα καρτοκινητά, ἐνῷ τώρα φεῦ λέγω!

Ἡ τεχνολογία ὅμως μέ ταχύτητες κατοσταριῶν σέ ὀλυμπιάδα ἔριχνε κι ἀλλοῦ παραγάδι. Ἐμεσέν. Ἀνωνυμία κι ἐκεῖ βεβαίως ἀλλά προϋπέθετε μιάν ἄς ποῦμε ἔγκρισιν ἀπό τά κατ’ἀρχάς μετερίζια τοῦ ἀνωνύμου νυφοπάζαρου. Ἔπαιξαν κι ἐκεῖ καταστάσεις «ἄχ», ὑπῆρξαν καί ἀνολοκλήρωτες – σαφῶς περισσότερες. Στό ἐμεσέν ὡστόσο πρωτοπροέκυψε τό συναίσθημα τοῦ ὅτι κάτι ἀληθινό ἴσως καί ἐάν καί ἐφόσον καί μπορεῖ καί νά σκάσῃ. Ξεπεράστηκε πάντως (ἤ μήπως ἐγώ τό ξεπέρασα;) καθώς ἀντίκρυσα τήν πιό νιόφαντη ἔκδοση εὕρεσης εὐκολοδώσιμης κωλοτρυπίδος. Φεησμποῦκ (σίκ).

Το Facebook σας βοηθάει να συνδέεστε και να μοιράζεστε πράγματα με τους ανθρώπους στη ζωή σας.

Μά’στα. Σύνδεσις, μοίρασμα. Νά συνδεόμεθα δηλαδή μέσῳ κάποιου πέους, ἤ δακτύλων ἐφ’ὅσον εἴμεθα λάτρεις τοῦ fisting, ἤ καί γλώσσας σέ περίπτωση πού ἡ κλειτορίδα τῆς ἀπέναντι μᾶς κάνει σέ πάστα νουγκατίνα. Ὅσο γιά τό μοίρασμα πραγμάτων… Πάρε πασᾶ τήν ὀδοντόβουρτσά μου, μοίρασμα τοῦ πετάσματος λίγο μετά τά πίτσιλα στερνά ἄαααααχ, μοίρασμα τοῦ λογαριασμοῦ σέ κάποιο πατσατζίδικο ὅταν ὁ κορεσμός ἴσως νά ἔχῃ σκάσῃ μυτούλα καί τά ἱπποτικά νά χάνωνται σέ φεμινιστικές νευρώσεις.

Αὐτά γιά ἀρχή. Ἤ μήπως τό τέλος; Καί μέχρι τό τέλος, στήν μέση, τί; Πολύ τήν ἔψαχνα καί θά χανόμουν στήν μετάφραση, τὄβλεπα γώ. Γι’αὐτό καί κλίκ! Κλίκ ἄμεσα!

Μμμμ… Τί καλούδια εἶχε τό φεησμποῦκ! Τί εἶχε;! Τί δέν εἶχε μᾶλλον! Κόσμο πολύ μέ…

… Φωτογραφίες ἀπό μπάνια σέ θάλασσες, λίμνες (τεχνητές τε καί φυσικές), ποτάμια, χειμάρρους, δέλτα ποταμῶν, βούρκους, ἔλη. Πόζες ἀπό γυμναστήρια, ἀπό ἀθλοπαιδιές καί «ἀθλοπαιδιές» (πρίν καί μετά αὐτῶν), ἀπό σχολεῖα (παιδικῶν σταθμῶν, δημοτικῶν, γυμνασίων, λυκείων, ΙΕΚ, ΤΕΙ, ΑΕΙ, μεταπτυχιακῶν). Πόζες ἀπό προσώπατα (ἀνφάς, προφίλ, προφίλ τριῶν τετάρτων) μπούστων, ντεκολτέ, καλογραμμένων κοιλιακῶν, τορνευτῶν κώλων, λεπτῶν γοφῶν, σπανκάτων γλουτῶν, ἀψεγάδιαστων γαμπῶν. Κοινωνική δικτύωση ντέ!

Τσιτάτα ἀπό λογοτεχνικά πονήματα τῆς Χρυσηίδος καί τής Βρισηίδος, ἀπό τήν Κάλι καί τήν Ὄσιρι. Ἐνημέρωση τοῦ προφίλ ἐξαρτήσει τῶν ῥανίδων τῆς ἐμμήνου. Ξεπατικωσοῦρες ἀπό ποιήματα ἡμερολογιοῦ. Δωρολούλουδα· ῥόδα, γαρούφαλα, μπιγκόνιες, ρουνεσπαπά, κυκλάμινα, χρυσανθεμάκια, μαργαρίτες, πανσέδες, ὀρχιδέες καί μολόχες ἀλλά καί τσάι τοῦ βουνοῦ. Πιοτοκεράσματα· μαργαρίτες, μοχίτα, μέ περίοδο μαρίες, καϊπιρίνιες, μαρτίνια, καμικάζια, σάουδερν κόμφορτ, οὖζο 12, καφέ γραφείου τελετῶν.

Καί τραγούδια! Πολλά τραγούδια· διά πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν. Τραγούδια γιά τήν ἄνοιξη, τό θέρος καί τόν χειμώνα. Τραγούδια γιά τήν ἀποφοίτηση, τραγούδια γιά τόν στρατό, γιά τήν ἀπόλυση, γιά τήν δουλειά, τό γιαπί, τό πηλοφόρι, τό μυστρί. Τραγούδια γιά τόν ἔρωτα, παραφύσει ἤ ὀρθόδοξο, γιά τό σέξ, μέ κόσμο ἤ μοναχικό. Τραγούδια γιά τίς φουσκάλες στόν γλυκύ βραστό καί τούς τοῦ δευτέρου τριμήνου βαθμούς τοῦ ἀγνώστου πατρός καμαριοῦ μας. Τραγούδια γιά τόν νταλγκά καί τό μαράζι, γιά τούς κοινωνικούς ἀγῶνες ἡμῶν καί τό στήν γυάλα χρυσόψαρο.

Τί παραπάνω νά εἰπωθῇ; Πεδίον δόξης λαμπρόν γιά τόν πᾶσα ἕνα κολλησιματζῆ καμάκια πού ἀπό ἕνα κλικάτο σκούντηγμα σέ μιάν φριέντ, τόν Μάρτιο ἄς ποῦμε, καταλήγει τόν Ἰούλιο νά σκουντάῃ τήν λεκάνη του σέ μιάν γυναικεία μέ συχνότητα 92 σκουντηγμάτων τό λεπτό (μέ σαφῆ ἐπιτάχυνση στά τελευταῖα 18 δευτερόλεπτα) καί ὁδηγό ἕνα μεγαλοπρεπῶς καλοφλεβατωμένο καυλί.

Θά τό κάμω! Ἐγγραφή! It's free, and always will be. Εὐάγγελος Χαραλάμπους, γεννηθείς Ἀθήνησι, τῷ 1961, ἀπόφοιτος ἀνωτάτης σωματεμπορικῆς, μέ χόμπυ τήν συλλογή γραμματοσήμων καί μαγνητακίων ψυγείου. Κλίιιιικ.

Ἀνοίγω τό ἐγχειρίδιον τοῦ ἀνερυθρίαστου πεσιματζῆ καί τσακώνω ἰδέες. Ποστάρω ἐξεζητημένα συνθηματάκια, τραγούδια ψαγμένα, classy ἐκδηλώσεις, προσθέτω σωρηδόν καί μᾶλλον ἀδιακρίτως φριέντς ἀποκλείοντας βεβαίως ἀπό τόν ἀντικειμενικό μου σκοπό κάποιους συμμαθητές, φίλους, γνωστούς· ἀφήνω ζωντανά μόνο τά πλάσματα πού συνήθως δέν κατουροῦν ὄρθια.

Ἔ, μετά τόσων πολλῶν, σκάει μύτη κάποια. Ψαρώνει μέ κάτι πού μόλις πόσταρα, ῥεπερτορίου Κώστα Καφάση (εὐτυχῶς πού τρελάθηκα, γέλα κερία μου, ἄντε τώρα νά φύγῃς) ἀφοῦ πασιδηλώνω τό ὅτι εἶμαι μπάκουρας. Κερνάει ἕνα λάικ. Ὤπα! Ποῖα εἶνε αὐτή; Κλίκ στό ὄνομά της. Σπουδαί εἰς τήν ἀλλοδαπήν, Σορβόνη, Ὀξφόρδη καί Γουαδαλαχάρα. Χμμμμουάου! Προσωπικιά κατάστασις, εἶνε περίπλοκο (ὅπως περίπλοκα περιπλεγμένα θέλει τά πόδια ἐπιβήτορα ἀνάμεσα στά δικά της μέ τό ἕνα γόνατό του μάλιστα νά προδιαθέτῃ τήν σχισμή της) ἡλικία μή δηλωτέα (χρόνια προσπαθῶ αὐτό πού χρόνια ἀποφεύγειιιιις) φωτογραφίαι; Οὖ σόντ μά σερί; Βουαλά! Κλίκ. Κάτι φάρμες μέ ἀρούρια σάν σέ ἐνδιαφέρουσα γάτες καί τόν μπέημπ τό ζωηρό γουρουνάκι. Ἔεεεεε! Κι ἄλλα κλίκ, ἄλμπουμς ὦν οὐκ ἔσται ἀθιμός! Κλίκ. Θάλαττα, διακοπές. Νά μιά πού κολυμπᾷ, αὐτή εἶνε; Ἔλα πιό κοντά, ῥίξον ἁπλωτές καί πλησίασον! Κλίκ. Ναί, αὐτή εἶνε. Χμμμμμουάου λέγω! Κλίκ. Ἐξερχομένη τῆς ἁλός μέ τσίγκινες ῥῶγες, κύττα μωρέ, δέν τό πρόσεξεεεε ἡ καημένη, ἄχ μωρέ ἡ κούκιου! Κλίκ. Κι ἄλλη πόζα, μίμησις τῆς πῶς τήν λένε ντέ στό Ντόκτωρ Νό; Οὔρσουλα Φρίτς; Διαμαντάκια οἱ σταγόνες τῆς θαλάσσης, περιδιαβαίνουν τό κορμί, μερικές λίγο πρίν ἀπό τό κατρακύλημα καί τήν βουτιά τους στά σκοτεινά της σημεῖα. Κλίκ, Ὤπα! Ἔτοιμη νά ξαπλώσῃ, κολλημένο στό σῶμα τό μπανιερό νά ἀναδεικνύῃ θέλγητρα γλώσσας. Ἀνυπέρβλητο! Κλίκ. Ὕπτια ἡλιοθεραπεία, σκέλη ἀνοικτά, προοικονομία πρώτης! Σωματάρα οὐάου! Κλίκ. Νυκτερινή διασκέδαση. Μέ ῥοῦχα. Πρίτς! Μπάκ. Μπάκ. Μπάκ. Μπάκ. Σέηβ ἄς… «ψωλοπιπέτα1», «ψωλοπιπέτα2», «ψωλοπιπέτα3», «ψωλοπιπέτα4».

Τοῖχος. Κλίκ. Ἀρκουδάκια ὡς δῶρα, κάποιος Κλέων Καρούμπαλος σχολιάζει : «νά τό ἔχετε τίς νύχτες νά πορέβεστε γλικιά μου.» Πληθυντικός; Χμ… Ἐπιρροαί Σορβόνης! Κι ἀπό κάτω λάικ. Λάικ στό ἀρχικό ἀρκουδάκι, λάικ στό σχόλιο, λάικ στό λάικ κι ἕνα τέταρτο λάικ ἔκθετο στό σύμπαν τοῦ διαδικτύου νά περιμένῃ κάποιο ἄλλο σχόλιο μέχρι νά ἔλθῃ, δενπράζ, ἄς ὑπάρχῃ διαθέσιμο. Κι ἄλλο δῶρο παρακάτω· μιά τουλούμπα ἀπό τόν Πελοπίδα Παπαρούπα. Τό προσφερόμενο κοκό μέ φανερές γραμμώσεις (προσφέρουσαι μεγαλυτέραν εὐχαρίστησι) καί νά γυαλίζῃ ἀπό τό σορόπι. Λάικ στό λίνκ τοῦ δώρου ἀπό τόν Π. Παπαρούπα, λάικ στό λίνκ τοῦ δώρου καί ἀπό αὐτήν, σχόλιο ἀπό αὐτόν «ὅλη δικιά σου!» (χεχεχεχέεεεεε!) λάικ στό σχόλιο αὐτό ἀπό αὐτόν, λάικ στό σχόλιο αὐτό καί ἀπό αὐτήν, ἀπό κάτω σχόλιο ἀπό αὐτήν «εὐχαριστῶ!» λάικ στό σχόλιο αὐτό ἀπό αὐτήν, λάικ στό σχόλιο αὐτό καί ἀπό αὐτόν, ἀπό κάτω σχόλιο πάαααλι ἀπό αὐτόν, χαμόγελο μέ κλείσιμο ματιοῦ «;-)», λάικ στό σχόλιο αὐτό ἀπό αὐτόν, λάικ στό σχόλιο αὐτό καί ἀπό αὐτήν, ἀπό κάτω σχόλιο ἀπό αὐτήν «Ἄχ!» λάικ στό σχόλιο αὐτό ἀπό αὐτήν, λάικ στό σχόλιο αὐτό καί ἀπό αὐτόν, κλίκ γιά νά δῇτε ὅλα τά 1056 σχόλια, ἔ πηγαῖντε καί δῇτε τα, φφφφφ!

Σκρόλλ ντάουν. Ἅσματα. Ἀποκλειστικός ἀντιπρόσωπος γιουτιοῦμπ, φραντσάιζ ἐνσωμάτωσης. Μπόννυ Τάυλερ, ἄι νίντ ἔ χῆρο. Χοῖροι χῆροι καί γουρούνια ζωντοχῆροι (ἀληθεῖς τε καί γουαναμπῆ) ἀλλά καί ἄγαμοι, ἔγγαμοι, δίγαμοι κι ὅ,τι ἄλλο διατίθεται στήν ἀγορά, ἀναμμένοι κάργα σπεύδουν γιά λάικ. Λάικ μετά πολλῶν χριστοπαναγιῶν (βοήθειά μας, ἔρχεται καί δεκαπενταύγουστος) πού δέν ὑπάρχει καί λαϊκόμετρο νά βάζουμε καμιά ντουζίνα λάικ ἄμα λάχῃ. Λάικ ἡ κτήτωρ κάτω ἀπό κάθε λάικ τοῦ (δέν εἶνε ἕνας καί δύο) προσφερομένου χτάπα της χτούπα της. Λάικ κι ὁ (δέν εἶνε ἕνας καί δύο) προσφερόμενος χτάπα της χτούπα της καθ’ὅσον μείζων ἐλπίς τό λάικ γιά νά ἐπισπευθῇ τό ποθούμενο (ἤτοι, ἔλα, βγᾶλ’τό «ἐργαλεῖο» σου!). Μίκα - Ῥηλάξ, τέηκ ἴτ ἤζυ. Τί ἤζυ νά τό πάρῃς λίτλ μπίτς, σκέπτονται ὅλοι οἱ s/m γαμπροί. Σκληρά κι ἐπώδυνα θά τό ἐγκολπωθῇς μπᾶς καί λυτρωθῇς ξεχνώντας μέχρι καί τόν ἀριθμό τοῦ ἀστυνομικοῦ σου δελτίου ταυτότητος ἀσοῦμε. Βέβαια! Ἄ! Θά τό ξέχναγα! Κι ἀπό κάτω λάικ φυσικά. Πολλά – μά μπορεῖ τό «πολλά» νά περιγράψῃ τό πόσα; Ἕνα ἀπό αὐτά, ἔχει κι ἑρμηνεία: Λάικ στό τραγούδι καί ἕνα σχόλιο μέ περισπούδαστη καί κονιόρδικη ἀνάλυση ἀπό τόν Ζαχαρία Σαλιάρη περί τῆς ἐπιρροῆς τοῦ ἅσματος στήν πόπ κουλτούρα τῶν σέβεντης, λάικ ἐκεῖ, λάικ κι ἀπό τήν κτήτωρα, ἀπό κάτω σχόλιο μέ θαυμαστικά ἀπό κάποιον ἄλλον, τόν Ζαφείρη Μασταπιάννη, ἄπειρα θαυμαστικά καθώς γνωρίζει ὅτι τό τραγούδι εἶνε πολλά μεταγενέστερο τοῦ 70, ὁπότε ξεβρακώνει τόν Ζαχαρία ἐνώπιον τῆς κτήτωρος (οὔπς! Καλό εἶν’τοῦτο γιά κακό;) καί ἀφαιρεῖ ἕναν ὑποψήφιο ἀπό τό «μήτινγκ»! Λάικ ἀπό τήν τύπισσα στό τελευταῖο σχόλιο, θαυμαστικά πολλά ἕνεκα ἡ διαφώτισις, λάικ κι ὁ Ζαφειράκος ὅστις ἀρχίζει καί ἐλπίιιιιζειιιιιι. Σκρόλλ ντάουν. Μεγάλη Παρασκευή. Κυττῶ τό μερολόγιο, ἰούλιο ἔχουμε, μεγάλη Παρασκευή; Ἄ! Τά τραγούδια καλέ. Σκοτεινοί ἑρμηνευτές, ῥεπερτόριον αὐτοκτονίας, τραγούδια ῥόγχος στόν λαιμό ἀλλά ποῦ’σαι; τεκμήρι βαθέως προβληματισμοῦ καί δυσθεωρήτου ἐπιπέδου. Βέεεεβαια! Σέ ἕνα πιστολοκροταφικό τραγούδι πού ἀναρτᾷ ἡ μανταμίτσα, σκάει ἕνα σχόλιο «Ὑπέροχο, τεράστιο, πολλά ὑποσχόμενο» ἀπό τόν Ἀσημάκη Σουφράκο – καλέ; Ποῦ ἀναφέρεται μέ τά ὑπέροχο, τεράστιο, πολλά ὑποσχόμενο; Παρά ταῦτα, λάικ. Λάικ ἀπό τόν Ἀσημάκη στό λίνκ τοῦ τραγουδιοῦ, λάικ καί στό σχόλιό του. 6,5 δευτερόλεπτα μετά, λάικ ἀπό τήν περί ἧς ὁ ψῶλος, λάικ στό τραγούδι (ἔ, λογικόν, τῆς ἤρεσε τό τραγούδι πού ἔβαλε, ἔτσι ἄντε ἄντε;) λάικ καί στό σχόλιο περί τοῦ πολλά ὑποσχομένου τεραστίου! (κακῶς πού δέν τό ἔγραψε κεφαλαῖα ὁ Ἀσημάκης Σουφράκος!) Καί ὄχι μόνον λάικ στό σχόλιό του ἀπό τήν κερά, ἀλλά σχόλιο ἀπό κάτω, πολλά θαυμαστικά! Πολλά θαυμαστικά!!! Καλέεεεε! Μά δέν γίνεται, κάτι τρέχει, τό ἔχει καταλάβει, ἔχει περάσει Σορβόνη, Χάρβαρντ καί Γουαδαλαχάρα! Δέν γίνεται νά μήν! Λάικ καί στα θαυμαστικά της ἀπὀ αὐτήν, στό σχόλιό της δηλαδής, λάικ μετά καί ἀπό τόν Ἀσ. Σουφράκο. Τοῦ λάικ τό κιγκλίδωμα; Μᾶλλον ὄχι. Τῆς Ματθίλδης Καραγιώργη (ιδού τό ὄνομα, τὄπα! Ἀλλά μήν πᾶτε, κουφάλες!) τό κάγκελο!

Ἀρχίζω καί μιζεριάζω… Πάλι δεύτερος! Δέν ἔχω κι ὡραῖο ὄνομα ὁ τζούφιος, τό μόνο πού διαθέτω εἶνε συστολή καί δέν δύναμαι νά προσθέσω κι ἐγώ κἄνα λάικ παρότι…

Πάω ἀρχικιά μου σελίδα καί ἀναρτῶ τραγουδάκια τοῦ καημοῦ. Χωρίς καμιάν ἐπιτήδευση, χωρίς τίποτε τό φτιαχτό. Νοιώθω χάλια… Κλάψ… Πρίν τό δάκρυ βρέξει κἄν τό τσίνορο, ἕνα λάικ της ἀνατέλει καί τό δάκρυ μέ σιχτίρια γιά τόν ἄδικο κόπο του γυρνᾷ πίσω. Ὥστε ἔχω ἐλπίδες μικρούλη καί χοντρούλη θεέ; Κάνω λάικ στό λάικ της καί ἀρχίζω νά χουλαντρίζω καί ἐγώ κατά τά συνήθη, στό τέμπο της. Τήν βλέπω ὀνλάιν, ἄχ Θεέ μου, τί νά τῆς πῶ; Ἀνεβάζω μερικές φῶτος μου στό μεταξύ ἀπό τές φετινίς διακοπίς. Μιά φῶτο διαθέτει ἕνα ἡλιοβασίλεμα κάτσε καλά (καί ὀνλάιν κάτσε μωρή! Μή φύγῃς ἀκόμα!) ἀλλά ἡ πατσούρω δέν ἔρχεται νά «πῇ» κάτι. Ἀνεβάζω ἕνα τραγούδι πολύ σπουδαῖο τί νά σοῦ λέω τώρα, λάικ ἡ μαντάμ καί σέ σχόλιο γράφει και ἕναν στίχο ἀπό αὐτό: Τί εἴχαμε, τί χάσαμε, ψωλέο σέ ξεχάσαμε. Τί ποίηση! προσθέτω ἀπό κάτω σέ σχόλιο κι ἐγώ, τί χαρισματικοί κάποιοι πνευματικοί ἀνθρῶποι, συμπληρώνω ἀφοῦ φυσικά κάνω λάικ σέ ὅ,τι ὑπάρχει διαθέσιμο στά πέριξ. Κι αὐτή λάικ στό σχόλιό μου· ἀαααχαχαχαχα, Σορβόνη εἶπες; ἀχαχαχαχα! Ἔ, ναί! Εἶπον! Τσοῦπ! Σκάει μύτη ἕνα chatίσιο μήνυμά της καί μοῦ λέει ὅτι ἔχει τό τραγουδάκι καί στήν clean version του. Τό θέλεις; μέ ῥωτᾷ. Τό θέλω, τό θέλω πολύ ἀπαντῶ, βάζω μάλιστα ἕνα χαμόγελο καί σφίγγομαι τόσο γιά νά μήν τῆς γράψω ὅτι βασικά κάτι ἄλλο σου θέλω πού διαθέτεις, οὐδετέρου γένους ἐπίσης, τό μουνί σου θέλω μωρή, τό μουνί σου στό πιάτο, ἀλλά ἄς μήν τό κάνουμε ζήτημα – τοὐλάχιστον ἀκόμα. Ἀνοίγει δίαυλος τό λεπόν ἐπικοινωνίας. Τό τσάτ ἀνοικτό καί ἀμέσως βάζω ὅλον τόν ὑπόλοιπο ντουνιά ὀφλάιν νά μήν μοῦ διακοπῇ ἀπό καμιά δύσκολη μαλάκω τό μόλις τώρα ἀνατέλλον εἰδύλλιο! Εἴμαστε οἱ δυό μας, ἐγώ κι αὐτή καί μιά ἄφατη βεβαιότης μέ κάνει νά πιστεύω ὅτι εἶμαι ὁ μοναδικός της… Ἔχω ἕνα πολύ καλό προαίσθημα… Ἀλήθεια… Ἀλήθεια!



http://vangelakas.blogspot.com/2010/08/2.html

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

ἐξαιρετικῶς ἀφιερωμένο!

Παρακαλῶ;


Ναί; Ἔχετε μιάν…χμ… ὑπεραστική κλήση. Δέχεστε τήν χρέωση;


(Ὑπεραστική κλήση;) Ναί, ἐντάξει. (Ὑπεραστική κλήση; Θεία Θοδώρα;)


Ἔλα ῥέ μάγκα!


Ποιός παρακαλῶ;


Ἔλα! Ἄς ἀφήσουμε τίς συστάσεις, χρόνο πολύ δέν ἔχω. Κύττα… Μπορεῖ ἐδῶ πού εἶμαι (κλεισμένα χρόνια εἴκοσι) νά μήν ἔχουμε τίς δικές σας τίς ἀνέσεις κι ἡ πρόσβαση σέ τεχνολογίες κι ἄλλα συναφῆ, ἀνύπαρκτη νἆναι, ἀλλά σέ εἶδα, σέ ἔπιασα, σέ σακουλεύτηκα ῥέ παιδί μου, πῶς τό λένε; Κι ἐπειδή κάτι ἔλεγες γιά λόγια σέ κλάμματα πού γίνονται ὅρκοι, τσίμπα κάτι πού εἶχα πεῖ τό ’82· τσίμπα το ψιλοκαμουφλαρισμένο, μή μᾶς πάρῃ χαμπάρι κι ὁ πᾶσα ἕνας. Φιλιά ῥέ βλάμη! Κλίκ!

תשמע חבר תראה כמה חבלבדמעות שלה נפלתי קורבןהיא עשתה כאילו אוהבת אותיעכשיו אני כואב והיא צוחקת

עיניים שבוכות אל תאמין להםמסוכן לאהוב אותםיצחקו ממך אם אתה אוהב אותםיכאיבו לך ויכאב לך

תשמע חבר תראה כמה חבלבדמעות שלה נפלתי קורבןלא היה לה לב בחזההיא היתה שקרנית, לא הית צריך להאמין לה

עיניים שבוכות אל תאמין להםמסוכן לאהוב אותםיצחקו ממך אם אתה אוהב אותםיכאיבו לך ויכאב לך


λὸλ λέγω!

http://vangelakas.blogspot.com/2010/08/blog-post_09.html

Καὶ τότε, ποιά;

Ἡ καρδιά μου χτυποῦσε δυνατά καί τήν ἀντιλαμβανόμουν σάν νά προσπαθῇ νά φύγῃ, νά πετάξῃ· μετά βίας τήν συγκρατοῦσα στό στῆθος μου. Ἔνοιωθα σάν πρῶτο ῥαντεβοῦ - μήπως δέν ἦταν κατά κάποιο τρόπο τέτοιο; Πού ξεκινᾷς γιά κάπου μέ τόση σιγουριά πώς ὅταν θά ἐπιστρέψῃς θά ἔχῃ στό ἑξῆς, ἄρδην ἀλλάξει ἡ σχέση σου μέ ἕναν ἄνθρωπο.

Πολλές κι ἀπανωτές δόσεις νικοτίνης μέ ἠρέμησαν κάπως, καθώς πλησίαζα στό σπίτι της ὅμως ἀντικρύζοντάς την, μοῦ ἐπανήλθε ἡ ταραχή. Τὄδε, τὄπε κι ἡ ἴδια· πῶς, γιατί εἶσαι ἔτσι;

Κι ἐγώ γέλασα, χαζά καί ἀμήχανα, λαθεύεις, εἶμαι καλά!

Ἐπιλέξαμε ἕνα γνώριμο μέρος, καθήσαμε ἔξω, ἦταν καθημερινή, σχετικά ἀργά μέ χωρίς πολύ κόσμο γύρω. Τό καλοκαίρι εἶχε μπεῖ λίγες βδομάδες πρίν κι ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε, εἶχε ὅμως ἕνα ὡραῖο βραδινό ἀεράκι πού ἔκανε τήν ἀτμόσφαιρα πολύ εὐχάριστη. Κάπνιζα καί κάπνιζε συνεχῶς, μιλούσαμε ἀσταμάτητα, τήν διέκοπτα καί μέ διέκοπτε καθώς διηγούμαστε τά παλιά ἐξηγώντας καί δικαιολογώντας. Ὥρα μετά, εἶχαν τελειώσει τά ποτά, εἶχαν καί τά δάκρυα στεγνώσει. Φεύγοντας, σταματήσαμε ἔξω ἀπό τό αὐτοκίνητο καί ἐρχόμενοι κοντά, κοντά πολύ, ἔνοιωσε ὁ ἕνας τόν ἄλλον ὅπως κάποτε συνέβαινε καί μιά λιγωσιά παραπόνου μέ κατέκλυσε – ἴσως κι αὐτήν.

Δέν τήν ξανάδα πάλι, δέν τήν ξανασυνάντησα ποτέ, οὔτε ξανάκουσα γιά κείνην κάτι, ἡ τυπωμένη σελίδα τελείωνε στήν μέση περίπου καί παρακάτω ψάχνοντας μιά πιό λογική ἐξέλιξη, μιάν ἐξήγηση ἤ ἔστω ἕνα τέλος· ὑπῆρχε μόνον ἕνα κατάμαυρο δερματόδετο ὀπισθόφυλλο. Ἕνα περίεργο τέλος πού μ’ἄφησε στυφή τήν γεύση τῆς ἀνολοκληρωσιᾶς.

Ἔτσι, ἀνικανοποίητο τό ὑποσυνείδητο τήν ἔφερε πάλι σέ κάποιο ὄνειρό μου· τό ἀμέσως βράδυ.

Βρέθηκα σπίτι της μέ ἄγχος μεγάλο καί τήν πῆρα νά φύγουμε. Τί ἔχεις; Εἶσαι πολύ παράξενος! Μιά εἶμαι χαρά, γιατί τό λές;

Σταθήκαμε σέ κάποιο δικό μας μέρος καί μέ θέα τά φῶτα στήν μαρίνα ἀναμοχλεύαμε παρελθόντα μας. Καπνίζαμε καί οἱ δύο πολύ καί μέ πρωτόγνωρο οἶστρο στόν λόγο, δικαιολογούσαμε τά περασμένα στρέφοντας ἐνίοτε τά ὑγρά βλέμματά μας στά καθρεφτίζοντα στήν ἀρυτίδωτη θάλασσα φῶτα κι ὅταν σώθηκε κάθε ἐπίκληση στό χθές, φύγαμε. Σταματήσαμε στό αὐτοκίνητο καί στεκόμουν μέ ἀγκαλιές στό ἄρωμά της, θυμητήρι της γιά τό μέλλον. Προσπαθοῦσα νά τήν δῶ, ν’αποτυπώσω τό πρόσωπό της ἀλλά δέν μποροῦσα.

Κι ἡ μέρα πού ξύπναγε μετά ἀπό ἕνα τέτοιο ὄνειρο παρέμενε βαλτώδης, μέ ἀνεξάλειπτη σ’αὐτό σκέψη – παρέμενε τό χωρίς τέλος, τέλος. Μέχρι τό ἑπόμενο βράδυ πού ξαναρχόταν τό βάσανο.

Ἤμουν ἔξω ἀπό τήν πόρτα της, τήν περίμενα καπνίζοντας μέ - προσπαθώντας νά τήν κρύψω - ἀνησυχία. Μέ καταλάβαινε ὡστόσο, τί συμβαίνει, μοῦ φαίνεσαι τόσο διαφορετικός! Ἐντάξει εἶμαι! Θά δῇς! Ἐντάξει!

Καθήσαμε κάπου γνωστά καί ἀπολαμβάναμε τόν βραδινό ἀέρα πίνοντας καί καπνίζοντας. Τό μέρος μᾶς θύμιζε πολλά καί ἔτσι ξεκίνησε ἡ ἀναπόληση μέ ἀσταμάτητα λογύδρια προσπέθειες νά ἐξηγηθοῦν κάποια τά ὁποῖα διεκόπτονταν ἀπό κομπιάσματα καί πηγαιμούς δακτύλων σέ θολά μάτια. Κι ὅταν ἔπαιρνε νά τελειώνῃ κάθε πισωγύρισμα, κατευθυνόμασταν στό αὐτοκίνητο, φεύγαμε. Μέ στάση ἐκεῖ πρίν ἀπό τό φευγιό, τήν ἔφερνα κοντά μου καί προσπαθοῦσα νά ἀποκομίσω, νά οἰκειοποιηθῶ ὅσα δικά της προλάβαινα. Ἤθελα νά τήν κυττάξω κατάματα μά τά χέρια μου, τά δάκτυλά μου σφιχτά πλεγμένα κι ἐγκλωβισμένα στά δικά της δέν μποροῦσαν νά πᾶν’ νά ξεχωρίσουν τά μαλλιά ἀπό τό πρόσωπό της.

Κι ἔτσι, ἄλλη μέρα χαμένη σέ ὅ,τι τέτοια ὄνειρα προδιαθέτουν καί μέ φόβο γιά πιθανή ἐπανάληψη.

Ἔσπευδα στό σπίτι της μέ ἀγωνία, ἀναστατωμένος, μαντεύοντας τά μέλλοντα. Κάπνιζα πολύ καί ὅταν ἦλθε προσέφερα καί σ’αὐτήν ἕνα τσιγάρο. Ὅλα καλά; Φαίνεσαι ἀλλαγμένος. Ὅλα καλά! Ὅλα καλά!

Ἐπιλέγοντας παλαιόθεν οἰκεῖο μέρος, καθήσαμε καί παραγγείλαμε. Ὁ ἐκνευρισμός μου ἦταν τέτοιος ὥστε ἔψαχνα μέχρι κι ἀπό τήν ἐπιλογή τῶν ποτῶν κάτι σημειολογικό ὥστε νά καταλάβω πρίν νά εἶναι ἀργά. Ἦταν ὑπέροχα γύρω μας, σάν διακοπῶν νησί, πολύς κόσμος νά κυκλοφορῇ χωρίς νά θορυβῇ. Τό μακρύ σερνάμενο εἴδωλο στήν θάλασσα τοῦ φεγγαριοῦ μᾶς σημάδευε τίς φορές πού τήν ἀγκάλιαζα καί τήν ἔφερνα κοντά μου. Ἤμαστε σιωπηλοί, σχεδόν ἀκίνητοι· μόνον ὁ ἀντίχειράς της ἔτριβε τήν παλάμη μου. Εἶχα περιέργως ξαφνικά ἠρεμήσει, κυττοῦσα μπροστά, ἀφηνόμουν στό χάδι της καί καταλάβαινα. Ἀκουγόταν μόνον ὁ θόρυβος τῶν ποτηριῶν στό τραπέζι καί κάποιοι ἦχοι ἀπό μακρυά, διαφορετικῆς χροιᾶς ἀπό τήν διάθεσή μας. Παρότι σέ ὄνειρο, μποροῦσα νά διακρίνω χρώματα παντοῦ, μιά νύχτα σέπιας, τό γεμάτο φεγγάρι ἔστελνε παντοῦ τό χρῶμα του. Δέν μιλούσαμε, περιμέναμε νά τελειώσουν τά ποτά μας ἀλλά δέν εἶχαν κάτι διεκπεραιωτικό οἱ στιγμές· ἦταν μιά ἀπόκοσμη ἀναμονή πού περίμενε μιάν κάθαρση. Φύγαμε λίγο μετά καί σταθήκαμε στό αὐτοκίνητο. Ἦταν κολλημένη πάνω μου καί ἄκουγα τήν καρδιά της σέ ῥυθμούς πού τέτοιες στιγμές ἐπιτάσσουν. Μέ ἔσφιγγε καί ἀμίλητα μοῦ ἐξηγοῦσε. Καταλάβαινα καί συναινοῦσα – πῶς θά μποροῦσα ἀλλιῶς; Ἤθελα νά τήν δῶ, μέ συγκατάβασης νεῦμα νά τήν βεβαιώσω ἀλλά παρέμενε κολλητά πάνω μου, μέ τά χέρια της δεμένα στήν πλάτη μου, μή ἀφήνοντας νά τήν κυττάξω. Τήν χάιδεψα, γαλήνιος, πλήρης κατανόησης καί τέντωσα τόν κορμό μου πίσω νά τῆς τό πῶ. Τό πρόσωπό της ἦταν ἀφημένο στόν ὦμο μου χωρίς νά μέ ἀφήνῃ νά τήν δῶ. Τῆν ἄγγιξα στό πηγούνι, τῆς ἔσπρωξα τό κεφάλι πίσω, ὅμως τό χαμόγελό μου, ἄμεσα πάγωσε πρίν τῆς πῶ πώς… Τήν κύτταξα καλά, τῆς κύτταξα τό πρόσωπο πού τό φῶς τῆς πανσελήνου φώτιζε πολύ καί εἶδα ὅτι δέν ἤσουν ἐσύ.

http://vangelakas.blogspot.com/2010/08/blog-post_2416.html

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Μὴ ὁμῶσαι ὅλως

Τ λόγια πο βαφτίζονται σ κλάιμα, ο διήγησες, ο κουβέντες κα ο κμυστήρευσες πο φιλτράρονται σ δάκρυα κα συνοδεύονται π τέτοια, εναι ρκοι.


Γι’ α
τό, παρότι εχα τόσα δε, τν πίστεψα.

Ε
σαι μοναδική μου, μο λεγε ξεπερνώντας ναν ναστεναγμ καθς μ τν ντίχειρα πλεγμένο στ μανίκι σκούπιζε τ βλέφαρά του.

Ε
σαι μοναδική μου. Επε κα κάτι λλα πο δεσαν τόσο μορφα μ τν φορισμό του κενο πο παρότι εχα τόσα διαβάσει, τν πίστεψα κα τν συγχώρησα. Προσέθετε περισσότερα, πάντα ν μέσ λυγμν, κάτι λλα τόσο μορφα, τόσο γλυκ πο μέχρι ίμα καναν μ τν ρχική του δήλωση: «Εσαι μοναδική μου». Ο ίμες πγαν κι μπλεξαν κα γίναν μαντινάδες. Τν εχα πιστέψει. Τ λόγια πο επώνονται μέσα σ δάκρυα εναι ρκοι.


http://vangelakas.blogspot.com/2010/08/blog-post_03.html




Βρώμικος, ἐλεεινὸς καὶ κουρασμένος

Ἔτσι μοῦ διηγήθηκε, γιομάτος ἐγωϊσμὸ καὶ ἔπαρση, πὼς ἔφθασε στὸ θέρετρο, ἔδειξε κορμάρα στὶς μπίτσιζ (καὶ στὶς μὲν καὶ στὶς δὲ), ἄραξε τὰ βράδια στὰ μπὰρ μὲ ὕφος σκεπτικὸ τύπου «κάτι μοῦ κόλλησε στὸ δόντι καὶ προσπαθῶ νὰ τὸ βγάλω χωρὶς νὰ καρφωθῶ» καὶ πρὶν κλείσῃ βδομάδα, ὁ μόνος Ἀχιλλεὺς ποὺ θυμόταν ἦταν ἐκεῖνος τοῦ Πατρόκλου - ἢ μήπως εἶπε γιὰ τὴν τοῦ Ἀγαμέμνωνος Κλυταιμνήστρα; Κάτι προχρίστειο ἀνέφερε.

Τοῦ’πα τοῦ μπαγλαμά, νὰ μὴν βιάζεται καὶ νὰ μὴν ἐν θερμῷ κινῆται. Νὰ μὴν πειραματίζεται προσπαθώντας νὰ ἀποδείξῃ κάτι καὶ ἔτσι νὰ χάνῃ τὴν οὐσία.

Καὶ τί μοῦ ἀπεκρίθη ὁ κερατάς:

Σιγὰ τώρα ποὺ μοῦ παριστάνεις τὸν Παλαμᾶ· «πάντα νά καρτερῇς αὐτὸν ποὺ πάντα λείπει».

Τί κρίμα… Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἐννοοῦσα ἀπὸ αὐτὸ ποῦ κατάλαβε τὸ παραληροῦν μυαλό του ἀλλὰ δὲν γινόταν νὰ_____________________________________________ ___________ ___________ _____________________________________________


http://vangelakas.blogspot.com/2010/08/blog-post_5702.html

Γνώση στερνὴ

Ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχα καταλάβει. Ὄχι ἀπὸ τὸν πρῶτο καιρό, ὄχι νὰ χρειαζόταν λίγος χρόνος - ὥστε νὰ τὴν καταλάβω – νὰ περάσῃ.

Ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμή· ἔπρεπε, τὴν νύχτα ποὺ μοῦ δώθηκε, νὰ εἶχα καταλάβει.

Ἦταν ἕνα βράδυ γεμάτο ὑγρασία κι ἤμαστε κοντὰ στὴν θάλασσα.

Δὲν θυμᾶμαι πῶς συναντηθήκαμε, εἶχα προσπαθήσει πολὺ καὶ μὲ κάθε τρόπο, καὶ πάντα χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ὅταν πῆρα νὰ τὴν ξεχνῶ παραιτούμενος, ἴσως ἀπὸ σύμπτωση, ἴσως ἐπειδὴ τὸ ἀντιλήφθηκε, ἐπανῆλθε. Κι ἐγὼ σὰν παιδὶ μπροστὰ σὲ ἀείποτε ὑποσχόμενο καὶ γιὰ καιρὸ μὴ πραγματοποιούμενο δῶρο, τσαλαπατώντας κάθε ἀπομεινάρι ἀξιοπρέπειας κι ἐγωισμοῦ, ἔτρεξα.

Σὲ ἕνα βράδυ μὲ ἄγχος, δισταγμὸ καὶ ἀμφιβολία, λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, κοντὰ στὴν θάλασσα.

Μὲ ἁλκοὸλ καὶ συζητήσεις, χαμόγελα καὶ θωπεῖες, ἵμερο καὶ ὑποσχέσεις.

Κι ἡ μουσικὴ δυνατά· χρειαζόταν νὰ πλησιάζω τὸ αὐτί μου στὸ στόμα της γιὰ νὰ τὴν ἀκούω κι ὅ,τι ἔλεγε, ὄχι τὰ λόγια ἀλλὰ ἡ ἀνάσα της, ἔκανε τόσο φανερή τὴν σύντομα πραγμάτωση τῶν ὑποσχέσεων. Παρότι σκοτεινὰ καὶ δὲν τὴν κύτταζα, ἔνοιωθα τὸ χαμόγελό της καθὼς αὐτὸ νόθευε τὰ χείλη της ποὺ θὰ ἔπρεπε ἀλλιῶς νὰ πλέκωνται στὴν ἐκφορὰ κάποιων φθόγγων. Ὑψώνοντας τὴν φωνή της λόγῳ κάποιου κρεσέντο τῆς μουσικῆς ἔκλυε οἰνόπνευμα ἡ ἀναπνοή της ἀλλὰ δὲν μὲ δυσαρεστοῦσε καθόλου… Κι ἕνα τρελλὸ λίγωμα μὲ κατέκλυε καθὼς τὸ χέρι της εἶχε ἀφεθῇ θωπεύοντας τὸ μπράτσο μου καὶ ἀφύπνιζε ἕναν ἀνέκαθεν ἵμερο.

Εἶχε περάσει γρήγορα ἡ ὥρα, σηκωθήκαμε, φύγαμε καὶ βγήκαμε στὴν λεωφόρο, ἀργὰ πολύ, ἐρημιὰ παντοῦ κι ἠσυχία. Ἔτρεχε μπροστὰ καὶ φώναζε, τραγουδοῦσε κι ἔκλαιγε γυρίζοντας πότε πότε τό βλέμμα της πάνω μου πού σάν γάτας γυάλιζε στό σκοτάδι.Τὴν ἀκολουθοῦσα μὲ συνεχῶς ἐνδοιασμό, ἴσως μάλιστα καὶ νὰ κάπνιζα καὶ κάποιες παλιές, ἀσυγχώρητες κι ἀνομολόγητες ἐνοχὲς μοῦ ἐμπόδιζαν καθαρὴ σκέψη. Τὴν κυττοῦσα καὶ μάντευα, προοϊκονόμευα. Δὲν ἤξερα ὅμως, δὲν κατάλαβα, δὲν εἶχα καταλάβει – θὰ ἔπρεπε, ναί.

Κι ἦταν τόσο εὔκολο, τόσο προφανές!

Στάθηκε λίγο ἀπόμερα τῆς λεωφόρου. Τεράστιοι εὐκάλυπτοι στὴν μέση μὲ σχεδὸν ἁπτὴ πάχνη στὴν κίτρινη κι ἀρρωστιάρικη ἀτμόσφαιρα. Ποῦ καὶ ποῦ περνοῦσε κάποιο αὐτοκίνητο ἐνῷ ἀπὸ μακρυὰ ἀκούγονταν ἁμυδρὰ θόρυβοι τοῦ συρμοῦ. Ἔντομα τῆς ἐξοχῆς κι αὐτὰ ἀνήσυχα, κρατοῦσαν ῥυθμό μὲ τοὺς σκοπούς τους. Μακρυά μου, κάθησε σὲ κάποιο πρόχειρο μέρος καὶ ἄναψε τσιγάρο. Ἡ φλόγα τῆς ἀρχῆς τῆς φώτισε τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ξανάδα. Ναί, ἦταν αὐτή, δὲν λάθευα, αὐτὴν εἶχα συναντήσει ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Ποιά ἦταν στ’ἀλήθεια; Τήν γνώριζα ναί, εἶχε περάσει πολὺς καιρὸς κι ἂν ἔστω δὲν τὴν γνώριζα, τὴν ἤξερα καλά. Πῆρα νὰ πλησιάζω. Κάποιες ὁδύνες ἀπὸ παλιὰ ἀνέμεναν καὶ πάλι τὴν μπαμπεσιά μου. Σκέφτηκα νὰ φύγω ἀπαιτώντας μ’αὐτὸν τὸν τρόπο συγχώρηση κι ἄρση τῆς κατάρας ἀλλὰ καιρισμένα ἀπωθημένα μὲ κράτησαν ἐκεῖ.

Τῆς φώναξα καὶ ἀνταπάντησης σήκωσε τοὺς ὤμους. Τὴν ἔφθασα, τὴν ἔφερα μπροστά μου, τὴν κύτταξα προσεκτικὰ στὸ πρόσωπο κι ἀμέσως σοβάρεψε – τώρα καταλαβαίνω γιατί. Τὸ μαλλί της καθὼς τὴν ταρακούνησα κυμάτισε κρύβοντας τὰ μάτια της καὶ τὴν προειδοποίησή της. Τὴν ὑπόδειξή της.

«Τί μᾶς πρέπει;»

Δὲν ἀπαντοῦσε. Εἶχε καταλαγιάσει ἡ ἔξαψή της. Μὲ ἀγκάλιασε σὰν σειρήνα κι ἔκρυψε τὸ πρόσωπό της στὸν λαιμό μου. Ἔνοιωσα ἕνα ἀναφυλλητὸ στὸ στῆθος της καὶ παρασύρθηκα κι ἐγὼ σὲ θολὲς εἰκόνες μέ ἀπορία. Τὰ δάκρυά της μπερδεύτηκαν μὲ τὸν ἱδρώτα μου κάνοντας βαρύτερη τὴν ἀνάσα μου ἐπιτείνοντας τήν ἀβεβαιότητα. Δὲν γινόταν νὰ συμφιλιωθῶ μὲ τὴν εἰκόνα. Ζυμωμένος γιὰ καιρὸ πολὺ σὲ ἀρνήσεις, ἀναβολές καὶ χλεύη δυσκολευόμουν νὰ πιστέψω ὅτι συνέβαινε ὅ,τι συνέβαινε.

«Τί εἶναι νὰ γίνῃ;»

Δὲν μ’ἄκουγε. Μουρμούριζε κάποιον σκοπὸ γνώριμο ἀπὸ παλιά, ἦταν χαμένη καὶ ἴσα ποὺ τὴν ἔνοιωθα ἀνεπαίσθητα νὰ κινῇται πάνω μου. Τὴν κύτταξα πάλι, αὐτὴ ἦταν, φαινόταν νὰ τὸ παλεύῃ μέσα της, σὰν ἕνα χατήρι, σὰν ἕνα τάμα, σὰν μιὰν ὑποχρέωση. Ἀνακαλώντας ὅλα τὰ πρίν, μὲ ἐπίγνωση τῶν τότε λαθῶν, τὸ ἀποφάσισε. Ἕνα ἀντίδωρο σὲ κάποιο πεῖσμα, σὲ ἕνα γινάτι, σὲ μιὰν ἐμμονή. Τὰ μάτια της ἐλάχιστα φανερώνονταν ἀλλὰ μὲ νεῦμα παραχώρησης δήλωναν νομή, ἐκχώρηση.

«Γιατί;»

Μὲ παλάμη περιέργως στεγνὴ χάιδεψε τὸ πρόσωπό μου. Ἄρχισε ἀπὸ τὸ μέτωπό μου, τελετουργικά, ἀργὰ καὶ πῆγε στὰ μάγουλα. Στὰ χείλη σὰν νὰ ἤλεγχε τὸ ὑλικό τους μὲ ὀρθάνοιχτα μάτια καὶ προσηλωμένο βλέμμα σὲ κάθε κίνηση. Στοργικά, σχεδὸν μητρικὰ στὰ ὑγρὰ βλέφαρα διατηροῦσε τὶς ἀπορίες μου. Ἀποζητοῦσε, περίμενε νὰ συνειδητοποιήσω, νὰ καταλάβω μόνος μου τὸ γιατί καὶ συνέχιζε, προειδοποιώντας με. Ἦταν τόσο ξεκάθαρη σὲ ὅλο τὸ προηγούμενο παλιὸ πρίν μας, τί περισσότερο θἄπρεπε νά εἶχα δεῖ; Κι ὅταν βεβαιώθηκε ὅτι ἤμουν ἀδιόρθωτα παιδί, πὼς δὲν γινόταν νὰ ἀλλάξω καὶ νὰ ἀλλάξῃ κάτι μοῦ ἔκλεισε τὰ μάτια. Κι ἀφέθηκε σχεδὸν θυόμενη.

Ἔσκυψα καὶ μπέρδεψα τὴν γλώσσα μου μὲ τὴν δική της. Ἤπια τὸ σάλιο της, καὶ ἀνακάτωνα τὰ δάκρυά μου μὲ τὰ δικά της. Σιλωαμικὰ καθάριζα ὅλες τὶς τόσο καιρὸ παλινωδίες καὶ προσπαθοῦσα νὰ συνειδητοποιήσω τὸ τώρα. Ἀνακαλώντας τὰ πρῶτα τῆς ἄνοιξα τὸ πουκάμισο, χαλάρωσα τὴν φούστα καὶ τὴν περιεργάστηκα ἀπὸ πάνω ὣς κάτω. Ἀπὸ τὸ πυρετικὸ κι ἀνέκφραστο πρόσωπο μέχρι χαμηλά. Κι ἐκεῖ, παρότι σκοτεινά, φαινόταν – τόσο παραληρηματικὴ ἦταν ἡ ἀφή. Φαινόταν καθαρά, ἦταν μὲ χωρὶς ἀφαλό. Χωρὶς ἀφαλό.

Ἦταν ἡ Εὔα, ναί. Κι ὅμως δὲν πῆγε καθόλου τὸ μυαλό μου, ἔπρεπε τότε νὰ τὴν εἶχα καταλάβει, τότε ἔπρεπε νὰ εἶχα καταλάβει. Τότε.



http://vangelakas.blogspot.com/2010/08/blog-post.html