Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

πρωτη φορα θελω να ζησω κατι τοσο εντονα...

Ἤμουν θαλαμοφύλακας νούμερο μικρό καί μιᾶς καί συνούρευε οὑ θάλαμους μέ τοῦ γραφείου εἶπα νά ἐκμεταλλευθῶ τόν κενό χρόνο τελειώνοντας τήν καθαρογραφή τῆς ἡμηρεσίας διαταγῆς. Τήν περάτωσα πιτσφυτιλάτα, τήν ἔθεσα στό ἑρμάριο, ἔβαλα τά ἀρβύλια πόδια πάνω στό γραφεῖο, ἀλαφρύνθην περιττῶν οἰσοφαγικῶν σπασμῶν κι ἄναψα σιγάρο. Δέν νύσταζα. Δέν νύσταζα ἀλλά χασμουρήθηκα (ὤχ, θά ἄρχιζαν οἱ περί τοῦ μέλλοντος προβληματισμοί) καί ἔτριψα μαλλί καί μάτι. Τό ὁποῖον μάτι ἅμα τῇ περατώσει τῆς τριβῆς πῆγε στόν ὑπολογιστή· τό σκρηνσέηβερ ἐκύλη ἀνίδρωτο: «783 ΛΓΜ, 2ον Γραφεῖον» ἀσταμάτητα, ἵνα τό ἐμπεδώσωμεν οἱ παρεπιδημοῦντες. Κύλησα τήν καρέκλα ἐκεῖ καί μπούκαρα στό διαδίκτυο. Διέθετα ὥρα μπόλικια μέχρι τό τέλος τῆς περεσίας. Εἰδήσεις, ἀθλητικά καί φυσικά τσόντες. Ἄ! Εἶχα κι ἕνα μέηλ. Τ’ἄνοιξα καί…

Ἦταν ἕνα μήνυμα μέ μιάν παρακλητικιά ἐρώτηση κι ἕνα χαμόγελο στό τέλος.

Εἶδα στό σάιτ σου μιά φῶτο μέ μπλά μπλά μπλά. Ποῦ τήν ηὗρες, ἀλήθεια;

Ἀλήθεια; Οὔτε πού θυμόμην στό περί τίνος ἀναφερνόταν ἡ μαντάμ (διό περί μαντάμ προκιόταν) ἔψαξα ὀλίγον τί καί τῆς ἀπήντησα. Συνέχισα τίς σελιδοδιαβάσεις σέ ἀνατριχιλάτα σάιτς καί μοῦ ἔκανα ἔρωτα. Δέν μέ κέρασα ὡστόσο σιγάρο κατά τά εἰωθότα· γύρισα στόν θάλαμο, ξύπνησα τήν ἀπαλλαγή μου καί τήν ἔπεσα ἵνα μειώσω τήν θητεία.

Ἄχ, θητεία! Τόσος καιρός ἐδῶ ψηλά καί δεξιά, στήν παραμεθόριο, τῆς μαμᾶς μακράν… Ἄδεια δέν διεκρίνετο οὔτε μέ τό μακαρόνι ὁπόταν τήν ἀπολάμβανα (τήν θητεία οὐχί τήν ἄδεια –ποιά ἄδεια;). Νυκτεριναί, βραδιναί, ἀπογευματιναί ἀσκήσεις, φάλαγγες μέ τά μάγκιρους, σκοινάκια, νάνι στό ἄχερο μέ ὅ,τι ῥοῦχο ἔσχε καί δέν ἔσχε τό τῆς φρανκφούρτης, ντάξει, φίνα φάση, γενόμην ἄντρας.

Καί τά βράδια πού ἤπρεπε νά φυλάω τούς περδομένους τε καί ῥοχαλιζομένους συναδέλφους, ἔμενα ξυπνητός ὡς εἰθιστόταν καί μάλιστα προβλεπόταν ἀπό τόν 20-1. Ἔσπευδα στό γραφεῖον ἐνίοτε, τακτοποίουν τήν ἀλληλογραφία, τήν πρωτοκόλλουν καί κατόπιν ἤλεγχα (πλήν τοῦ ἀνδρισμοῦ μου) τό ἐπίσης μου ἠλεκτρονικό ταχυδρομεῖο. Περιοδικῶς ἤβλεπα τήν ἀποστολέα ἐκεινοῦ τοῦ μέηλ τότες, νά μοῦ στέλλῃ τά χαμπέρια της. Καί χοῦ χοῦ χοῦ, χαχαχά, χιχιχιχί, καλέ πῶς τά λέτε, καλέ μπράβο, ἀχ καλέ στά μπούνια γοητευθεῖσα, λέγω! Κι ἐγώ ἀσοῦμε ὑπό μάλης τό ὕφος, στό παρουσιάστε καί ἀτενῶς πρόσεχα τήν φτιάξη καίτοι ἤμην χαρμάνης ἕνεκα πού ῥέστος ἀπό γύναιον καί στό παραλλαγάτο γιά τόσους μῆνες. Θά τό πάγαινα λάου λάου.

Ἔ, ἀντιληπτό, ναί, πληθαῖναν τά μηνύματά της κι ὡς ἐκ τούτου καί αἱ ἡμέτεραι ἀπαντήσεις· συνεπούμενα δέν παραμέναμε σέ σχόλια φωτογραφιῶν καί τοῦ πόσο ἔμορφη εἶνε ἡ ἑλληνικιά ὕπαιθρο - ὑπῆρχε μιά ἀνέλιξις πού λέγουσιν καί οἱ μορφωμένοι. Πούλησα μούρη, λογική κι εὐαισθησία, ἐξωκαρδίασα εἰπών περί τῶ γυναικῶνε πού δέν καταλαβαίνουν καί δέν ὑπολογίζουνε, τήν ἤκουσα πίσης νά παραπονῇται πού ὁ σύζυγος δέν τήν… ἐκτιμᾷ πιά, εἴπαμε, λέγαμε τά σώψυχά μας ἐπί μακρόν. Ἐπί μακρόν τήν ἄφηνα νά μοῦ ζαλίζῃ τά οὔμπαλα γιά τήν ἀσφυξία πού νοιώθει στήν σχέση-γάμο της, γιά τά φτερά πού τῆς κόβει ὁ ἀνεπρόκοπος κύριος ἄνδρας της. Συγκατάνευα μέ κατηγορηματικότητα στίς αἰτιάσεις της καί συνεφώνουν μέ ὅ,τι (μά ὅ,τι) κι ἄν ἔλεγε, προσέθετα μάλιστα πινελιές τρυφερᾶς κατανοήσεως… Κι ἀφοῦ δέν κατάλαβε ὅτι τέτοια ταύτισις μόνον ντεμέκ μπορεῖ νά εἶνε, τῆς ἐπέτρεψα νά γοητευθῇ πιότερο καί νά στείλω μάλιστα κι ἕναν κατακόκκινο βελζεβούλη στό μυαλό της. Φυσικά, εἴχομεν πρό πολλοῦ δώκει διαπιστευτήρια οἰκογενειακιᾶς καί κοινωνικιᾶς καταστάσεως ἀλλά καί τάς διαστάσεις τοῦ δέματος ἡμῶν – λίαν βασικόν τοῦτο τό ἔσχατον τό δίχως ἄλλο. Γώ χαρμάνης ὡς προεῖπον (πρέπει μάλιστα τότες νά ἤμην ἔτι παρθένος) τήν πάλευα συγκρατημένα, μέ περίσσια ἀναρώτησιν: Νά κυλισθῶ πρυνηδόν ἤ νά τήν κομπλάρω στό λάθος παρασύνθημα, προχώρει στό ἀληθές μέ ἕνα ἄκυρον στό τέλος; Δέν μοῦ ἀπαντοῦσε τό στρουθοκαμηλάκι ἐγώ μου, ἀλλά τό κακόν μικρόν. Ἔσχον γάρ χρόνο ἀκόμη…

Ὥσπου ἕνα βράδυ, ἐξοχοῦδος μέ ὑπηρεσιακό, εἶχα βγεῖ μέ ἄλλους συναλφέδους σέ ἕνα λειψῶν τετραγωνικῶν καί ἄνευ κουζινός κουτουκάκι καί ψωνίσαμε φαγιά. Γιά οὖζα δηλαδή εἴχομεν πάει, ἦταν καί καλοκαιράκι… Ξεροσφυράτα ὅμως δέν ἔλεγε, τσιμπήσαμε καί κάποια ἁρμόζοντα καί ταιριαστά γιά τό παραλιάτο καί ἁλιμούσιον πιοτί μας καί ἔλεγε ὁ εἶς στόν ἕτερο (ὅστις ἕτερος ἤκουγε μέ ἄφατο ἐνδιαφέρον) πόσες μέρες μετρᾷ μέχρι νά.

Ὅταν γυρίσαμε καί βολευτήκαμε στόν θάλαμο, βγῆκα γιά τσιγάρο - ἄχ, Μαρίτσα! – στάς παρυφάς τοῦ ὄρχου. Ἦτο ἕνα ὑπέχορο βράδυ προσφέρον πολλά πρός τήν καλλιέπειαν τοῦ παρόντος ἀλλά τό ἁλκοόλ εἶχε κομπλάρει τόν λυρισμόν τοῦ γράφοντος. Δυστυχῶς, ἤπρεπε γραφεῖον. Ἄντε τώρα μέσα στήν ζάλη, νά βγάλῃς ὑπηρεσίες μέ τόν φόβο τῆς γκρίνιας τοῦ πάσα ἕνα ἀγρινιώτη παρολίγον ἀθρώπου ἤ κάποιου κρητικοῦ μέ χρεία 732 ἐτῶν περαιτέρω κοινωνικοποίησης γιά νά χαρακτηριστῇ κρό μανιόν. Δέν γαμιόντανε! Ὅπως καθόταν θά τά σενιάριζα. Ἤλλαξα ἁπλῶς τά ὀνόματα στίς ὧρες τῶν πρό τριῶν ἡμερῶν περεσιῶν καί μοῦ ἔβγαλα διαταγή κινήσεως γιά τό πισί.

Μπούκαρα στό μέηλ μέσῳ μιᾶς παράκαμψης αὐτήν τήν φορά. Ἕνα ἀλερτάκι κάλυπτε τά συνήθη: Μιά καινούρια περεσία (περεσία; Κι ἄλλη σκοπιά; Δέν φτάνουν αἱ ἤδη τέσσαρες;) ὀνλάιν εὑρέσεως καί ἀμέσου ἐπικοινωνίας μέ τάς ἐπαφάς ὑμῶν! Ἔτσι ἔλεγε τό μέηλ, ἀληθῶς σᾶς λέγω· μά ποῦ ἤξερε ὅτι περετοῦσα στά στρατά; ’Ντάξ’, τό οὖζο μέ εἶχε βάλει νά ξεκινῶ ἀπό τήν τρίτη καί μέ γρατζουνισμένο μάλιστα σασμάν, ἄμαθος κιόλας, μοῦ πίστωσα κατανόηση. Καί πρίν τακτοποιήσω τό καθολικό, ἕνα τοῦκ ἠκούσθη καί κάτω δεξιά εἶδα μαζωμένα, μιάν ἄνω καί κάτω τελεία δίπλα σέ μιάν παύλα καί δίπλα πίσης μιά παρένθεσις μέ ἄνευ κενά ὅλα ταῦτα. Ἔ;

Κάποιος μέ ῥωτοῦσε τί κάνω ἀλλά ὄχι στήν συνήθη φόρμα τοῦ μέηλ, ὄχι, ῥωτοῦσε σέ στενότερο ἀπάγκι καί μάλιστα γωνιάτο. Ἀπάντησα καί μοῦ ἀπάντησε. Ἦταν αὐτή! Ἡ βλάμισσα ντέ! Καί ἤντουνα ἀπέναντί μου!

Σισώης μεγαλομάρτυρος, Φιλήμονος, Ὁνησίμου κι Ἀρχίππου κι ὁ ἥλιος εἶχε δύσει στίς ἐννιά παρά ἐννιά. 12 λεπτά πρό τῆς ἐκπνεύσεως τῆς ἡμέρας ταύτης κι ἐνῷ εἶχα ζεσταθῇ ἀδικαιολογήτως πολύ, μιλώντας γιά ὥρα γιά καημούς (κυρίως αὐτηνῆς) περί τό μέλλον, τό ἀπεφάσισα. Εἶχε προηγηθῇ ἀσκληπίειος πρότασις ἀπό τήν ἄλλη μεριά:

ε να καθησω λιγο επανω της για να την κανω καλα???

Στήν ἀνωτέρω «συνταγή» πού μοῦ προέτεινε, εἶχε μεσολαβήσῃ ἐκ μέρους μου μή ἀνερρυθρίαστος δήλωσις περί ἐπωδύνου στύσεως (sic).

Ντλάπηκα ποσῶς λίγο μέ ὅ,τι ἀξάφνως μοι εἶπεν/συνταγογράφησε, ἀλλά ἡ βαρβάτος τζούρα τοῦ παρακειμένου κονιάκ ἔβαλε ἕνα χεράκι (κι ἄααααλλο;) καί ἔκανα τό ἐπιπλέον καί καταλυτικόν βῆμα: Τῇ βοηθείᾳ webcameraς ἔδειξα τό πουλί μου· σέ μιάν 39 Μαΐων λογίστρια κάτοικον Ἁγιασοφιᾶς Πειραιῶς ὕπανδρον μητέρα δύο τέκνων (ἕνα παιδί κι ἕνα κορίτσι).

Ἄχ! Τί ἐνέχει (καί τί ἐπιφυλάσσει κυρίως) τό διαδικτυακόν (ἐνίοτε καί smsικόν) ξομολογητήρι ἀπό τύπισσες πού ξεδιπλώνουν τό μαράζι τους σέ προθύμους νά ἀκούσουν νέους! Μπορεῖ φυσικά, τό ἐκμυστηρευόμενο μαράζι μιᾶς μή ἀντεχούσης δεσμευθείσης νά ἀπέχῃ ἀπό ἕναν μέ τρέμουλο ὀργασμό, παρασάγγας ἑκατό, ἀλλά καί τό νομοτελειακό τῆς ἀπό τήν κάμπια πεταλούδας πόσο λιγότερο παράταιρο φαίνεται;

Καλέ ναί, ἡ μαντάμ εἶχε καημούς, ἀβεβαιότητες, προβλήματα, δισταγμούς, ἀμφιβολίες - καί ὅ,τι ἄλλο ἐπινοεῖ ὁ νοῦς γιά τό ἄνευ τύψεων δώσιμο ἀλλοῦ. Σίγουρα ὁ σύζυγος (ὅν πολύ ἠγάπα ὡς μέ διαβεβαίωνε πολλάκις) εἶχε περάσει λίγο μετά ἀπό μαγουλάδες καί πέτρα στά νεφρά, τήν ὑπ’ἐμοῦ προαναφερθεῖσα φαλλική ἀσθένεια-παθογένεια καί εἶχε γειάνει ὁριστικῶς. Ὄθεν ὀρθῶς εἶχα διαβάσει:

ε να καθησω λιγο επανω της για να την κανω καλα???

Τί μυαλό, τί πλοκή καί ἐν τέλει τί εὐφράδεια πού ἐπεδείκνυε ἡ ἀχαλίνωτος καύλα! Ἡ χορογραφία ἑνός σώματος καθώς πρός ἵασιν σέρνει τόν χορό ἕνας κόλπος δεχόμενος καί πνίγων σκληρό, ὑγρό κι ἀπωθημενάτο τσουτσούνι, τσουτσούνι ἄλλης φυσιογνωμίας καί χαρακτηριστικῶν τοῦ συνήθους, οὕτινος τόν ἰδιοκτήτη πολύ ἠγάπα ὡς μέ διαβεβαίωνε πολλάκις. Μμμμμ! Σπουδαία καί λίαν ἐρεθιστική εἰκών, ἄρχισα καί σχεδίαζα κι ἐγώ μερικά· ὅπως π.χ. νά αὐνανισθῶ (μέ τήν ὀρθή ἑρμηνεία τῆς πράξεως τοῦ βιβλικοῦ ἥρωος καί οὐχί τήν παραποιηθεῖσα) μάλιστα στά σινδόνια τοῦ συζυγικοῦ κρεβατιοῦ της – θἄπρεπε νά τῆς τό προέτεινα, νά ἐπεδείκνυα κι ἐγώ εὐγλωττία τῆς ὀχείας, χμ… ἴσως σέ κἄνα φεησμπούκι κάποια ἄλλη νύξ… Ἀλλά κι αὐτή… Μά γιατί χρησιμοποιοῦσε ἐνεστώτα;

τα θελω στο στομα μου...

να τα νιωσω ζεστα...

και να τα γλυφω με τη γλωσσα μου...

Καλέ; Τί ἦσαν ὅλα αὐτά; Τί μοῦ ἔγραφε ἡ λυσσάρα; Ἐντάξει κι ἐγώ δέν εἶχα ἁδρανήσει, εἶχα βάλει τό χερτήν πούτσα μου στό ἐπινίκιο κάδρο ἀλλά πόθεν τέτοια θάρρητα ἀπό μίαν σύζυγο, μητέρα καί οἰκοκυρά ἐκ τῆς δοξασμένης μάλιστα, ὑπερηφάνου καί οὐδεπέποτε τήν κεφαλή στούς σελτζούκους κλίναι φυλῆς τῶν μανιατῶν;

Γι’αὐτό καί σταμάτησα νά ἀπασχολῶ τίς χεῖρες μου στό πληκτρολόγιο οὐχί μόνον πρός διατήρησιν τοῦ εὐρύθμου τῆς αἱματώσεως τῆς μου βαλάνου ἀλλά διότι ἔδει νά ἀνακαλύψω ποῖον καί πότε αὐτῆς κομβίον δακτύλωσα ὥστε νά ἀπελευθερωθῇ καί νά ξεσπάσῃ τόσο ἀποκαλυπτικῶς ἡ μέχρι πρότινος συνεσταλμένη housewife καί νῦν ἀκράτητο μιλφόνι.

Ἔκανα σκρόλλ ἄπ καί εἶδα διαδοχικῶς, πρίν ἀπό τίς παραπάνω ἀτάκες της, στό πεδίον Βαγγέλης ἔφα:

exo gemisei ygra..

skeftomai omos kai tis roges soy... mallon ekei tha xefortoso…

eimai olos ygra… to kefalaki exei afrisei…

Εἶχα γράψει τέτοια αἰσχρά; Γώ; Πότε; Πωπωπώωωω! Δέν θυμόμουν πράμμα! Σκρόλλ ντάουν, σκρόλλ ἄπ, ἔψαχνα, ἔψαχνα, τίποτε ὅμως… Ὥσπου τό μάτι μου, ἄχ αὐτό τό μάτι! Κύλησε ἐκεῖ δεξιά, δίπλα ἀπό τό μάους… Τελικά ναί, τό κονιάκ εἶχε βάλει γιά τά καλά τό χεράκι του. Τόσο ὥστε νά ἔχῃ μάθει νά πλεκτρολογῇ καί νά κάνῃ παιγνίδι μόνο του…

Καί σύγκλινο Μάνης θά σέ ταΐσω πασάκα μου!





http://vangelakas.blogspot.com/2010/08/blog-post_17.html

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

I'm not easy (sic) but I'm true!

Μὲ τόση ζέστη καὶ πονεμένο τὸ κλιματιστικὸ τοῦ αὐτοκινήτου δὲν πολυψηνόμουν νἄβγαινα στὴν γύρα, ἄλλωστε αὐτοὶ οἱ μῆνες οὔτε σχολειὰ διαθέτουν, οὔτε φροντιστήρια, οὔτε ἐγγλέζικα, οὔτε καὶ κλειδοκύμβαλα· ποιός νὰ κυκλοφορήσῃ ἔξω μ’αὐτὸν τὸν καύσωνα;


Βαριόμουν
ὅμως στὸ σπίτι, βαριόμουν πολύ. Ἐπαναλήψεις στὴν τβ, βιβλία σὰν φασολάδα γιὰ τέτοιο καιρό, φίλοι/γνωστοὶ/συγγενεῖς διακοπεύοντες, ἡ γυναίκα μου στὸ χωριὸ μὲ τὸ ἀγγὀνι.

Κύτταξα τ
ὸ ῥολόι, ἦταν πολὺ νωρὶς ἀκόμα, πῶς μωρὲ θὰ περνοῦσε ἡ ὥρα;

Ἔτσι, τ’ἀποφάσισα.

Ἔκανα ἕνα μπανάκι, πῆρα ἀπὸ τὴν ντουλάπα ἕνα μακρυμάνικο πουκάμισο καὶ τσίμπησα τὸ κλειδὶ τοῦ ἀμαξιοῦ. Τράβηξα νοτιανατολικά.

Ο
ἱ δρόμοι τί καλοί! Οἱ ἐρημιὲς ἔτεκαν ταχύτητες κι οἱ ταχύτητες γεννοῦσαν ἕναν κάποιον - ἔστω ζεστό - ἀέρα ὁπότε δὲν ἦσαν καὶ τόσο τραγικὰ τὰ πράγματα.

Ἀπὸ Βουλιαγμένης ἔστριψα ἀριστερὰ στὸ σῆμα τῆς Ὀλυμπιακῆς, ἔπιασα τὴν Γερουλάνου μέχρι καὶ τὸ τέλος της, μᾶλλον λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος της καὶ πάρκαρα· μερικὰ μέτρα μετὰ ἀπὸ στάση λεωφορείων, ἀπέναντι ἀπὸ ἕνα πλατειάτο συντριβάνι.

Τακτοποιήθηκα λιγουλάκι,
ἔσουρα τὸ κάθισμα πίσω, χαλάρωσα τὸ κορδόνι τοῦ σὸρτς καὶ φόρεσα τὸ μακρύ, χειμερινὸ πουκάμισο. Κύτταξα γύρω, μιὰ ἐρημιὰ τόσο αὐγουστιάτικη κι ἡ λαύρα νὰ σκιάζῃ τὰ πάντα. Ὁ κόσμος ὅλος τὴν πάλευε στὰ σπίτια του μὲ κλιματισμοὺς καὶ ἀνεμιστῆρες, ποιὸς θὰ γυρόφερνε μεσημέρι τέτοιας Κυριακῆς; Μᾶλλον λάθος εἶχα κάνει ποὺ κίνησα τέτοια ὥρα, τέτοια μέρα...

Ἄποψη διαφορετικὴ εἶχε ὁ κεντρικὸς καθρέπτης τοῦ ἀμαξιοῦ. Δι’αὐτοῦ, τὸ μάτι μου ἔπεσε σὲ μιὰ τύπισσα μὲ μιὰ πλαστικὴ τσάντα στὸ χέρι ἡ ὁποία διέσχιζε τὸν δρόμο κι ἐρχόταν πρὸς τὰ μένα. Ἦταν ἀρκετὰ ψηλὴ καὶ μὲ μακριὰ πόδια, καμία σχέση μὲ τὶς χαμηλοκῶλες ἑλληνίδες, ἴσως νὰ εἶχε ξεμείνῃ ἀπὸ τὴν βάσι τοῦ Ἑλληνικοῦ – ἦταν κι ἡ ἡλικία της τέτοια ποὺ ταίριαζε, τέλειο κούγκαρ! Χαρακτηριστικὰ προσώπου δὲν πολυδιέκρινα ἀλλὰ δὲν τὰ ἔκανα γιὰ τόσο ἱμεραπωθητικὰ - ἄσε ποὺ τέτοιες κυρίες εἶναι πάντα ἀνεκτικὲς ἕνεκα τὸ ἀπόμαχο ποὺ τοὺς ἔχει προκύψει...

Πλησίαζε μ
ὲ βῆμα βιαστικὸ καὶ ῥυθμὸ ζὶγκ ζὰγκ ἀναζητοῦσα σκιὰ ἀλλὰ κάτι μουριὲς ἀπέσχον ἀρκετά. Χτυποῦσε τὴν σακούλα στὸν γοφό, κίνηση ἐξόχως παιδική ἡ ὁποία μὲ ἔκανε νὰ τὸ ἀποφασίσω. Ἔβαλα μπροστὰ τὴν μηχανή, μάρσαρα, ξεκούμπωσα τὸν γναμπτήρα τοῦ σὸρτς καὶ γρήγορα φόρεσα τὸ πουκάμισο, ἀφήνοντάς το λεύτερο πάνω μου καὶ ξεκούμπωτο. Τὴν κύτταξα καλὰ ὅσο μποροῦσα πιὸ καλὰ καὶ μοῦ ξεκίνησα τὸ πάρεργο.

Μ
ὲ συγχωρῇτε... Συγγνώμη... Ξέρετε ποῦ εἶναι ἡ ὁδὸς Κύπρου;

Διέκοψε
ἀπότομα τὴν πορεία της καὶ ἐστράφη, γύρισε δεξιὰ πρὸς τὰ ἐμένα, στὸ παρκαρισμένο αὐτοκίνητο, ἡ σακούλα λόγῳ τῆς ἁδράνειας σχεδὸν τὴν χτύπησε στὸ στῆθος.

Ὁρίστε; Πῶς εἴπατε;

Φανερ
ὰ ξενικὴ προφορά, ὑπῆρχαν και φακίδες στὸ πρόσωπο χωρὶς νὰ κρύβουν ὡστόσο ὅτι διήνυε τὴν πέμπτη δεκαετία τῆς ζωῆς της. Ἒ καί;

Ψάχνω γι
ὰ τὴν ὁδὸ Κύπρου, ξέρετε κατὰ ποῦ πέφτει;

Καθ
ὼς ἐγὼ ἐπαναδιετύπωνα τὴν ἐρώτηση καὶ αὐτὴ μὲ προσέγγιζε, φθάνοντας στὸ βεληνεκές μου, χαμογέλασα καλιγούλεια. Δὲν χρειάστηκε νὰ παραμερίσω τὸ πουκάμισο, ἡ κίνησή μου ἦταν ὑπὲρ τὸ δέον ἀποκαλυπτικὴ μέσα στὴν ἔξαψη.

Ἔχμ... Ὅπως εἶστε τώρα, θὰ συνε... Θὰ συνε... χίσετε...

Τ
ὸ χέρι της ἦταν στὴν ἔκταση καὶ ἔδειχνε μπροστά. Ἐγὼ συνέχιζα νὰ κλιμακώνω τὸ χαμόγελο, ἀπὸ τὸ ἀθῶο ἑνὸς ἐξυπηρέτηση ζητοῦντος σὲ σαρδόνειο κάποιου ὀλίγον ἰδιορρύθμου καὶ σχεδὸν ἀνεπαίσθητα κινοῦσα πρὸς τὰ κάτω τὰ φρύδια καὶ τὰ μάτια ὥστε νὰ καταδείξω ὅτι γνώριζα ποῦ ἡ Κύπρου! Ἀλλοῦ τὸ θέμα, καλή μου... Τὸ χαμόγελο μάλιστα εἶχε ἁπλωθῇ σὲ ὅλο τὸ στόμα, σὲ ἀνοικτὸ στόμα σὲ κεφάλι ποὺ ἁμυδρὰ ἀνεβοκατέβαινε τηρώντας τὸν ῥυθμό. Προσπαθοῦσε νὰ ἐξηγήσῃ ἀλλὰ κόμπιαζε. Κόμπιαζε, ἀκριβῶς τὶς στιγμὲς ποὺ κατηφόριζε τὸ βλέμμα της πρὸς τὸν τρίτο τῆς παρέας γιὰ μιὰν μόνο στιγμὴ καὶ ἐπανερχόμενη ἄμεσα στὰ μάτια μου, συνέχιζε νὰ ἐξηγῇ. Κόμπιαζε, δὲν φαινόταν νὰ τὸ πιστεύῃ, ἴσως καὶ τὸ πουκάμισο νὰ ἔκρυβε λίγο ἀπὸ τὸν δέκτη τοῦ εὔρυθμου χαδιοῦ μου, ἀλλὰ κάποιο τραύλισμα στὴν παλάμη μου, ἕνας σπασμός, ἕνα πάγωμα στὸ χαμόγελο τῆς ἔδιωξε κάθε ἀμφιβολία.

Κύτταξε χαμηλά, ε
ἶδε, γούρλωσε τὰ μάτια, ὀπισθοχώρησε καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζῃ:

Ἄααααργκ! Σὰν ἂβ μπίτς! Γιοῦ φίλθυ ρητάρτηντ φρίκ!

Κύττα π
ῶς ἔκανε ἡ πατσαβούρα! Κύττα την πῶς ἔκανε! Ἀφοῦ μωρὴ ἔχεις νὰ δῇς τέτοιο ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ νῦν συνταγματάρχης ἐν ἀποστρατεία σύζυγός σου ἀποφοιτοῦσε ἀπὸ τὴν Σχολὴ Εὐελπίδων, σὲ χαλάει τώρα μιὰ μεσόγειος τσουτσοῦ; Ἄει χάσου!

Κα
ὶ χάθηκε, ἔφυγε σχεδὸν τρέχοντας μὲ τὴν σακούλα νὰ ἀκολουθῇ κατὰ πόδας.

Φφφφφ!
Ἡ σύγχυσις εἶχε χαλάσει τὴν καλλιγραφία μου καὶ ἤθελα χρόνο γιὰ νὰ ἐπανερχόμουν. Καλὴ φάσις πάντως, ἔστω βραχείας διαρκείας, ἦταν καλὰ καὶ γουστάρισα, ἡ μαντὰμ τὸ εἶχε, τρελλὴ ἐμπειρία, ὅ,τι ἤξερε ἡ μήτρα της δὲν θἄξερε οὔτε ἡ Δομή.

Σκούπισα λίγο τ
ὸν ἱδρώτα μου καὶ συμμαζεύτηκα. Ἄδραξα μιὰν ἐφημερίδα καὶ ἔπιασα νὰ διαβάζω τὰ διανυκτερεύοντα φαρμακεῖα. Ποῦ καὶ ποῦ κυττοῦσα μπροστά, κυττοῦσα καὶ τοὺς καθρέπτες ἀλλὰ δὲν κινεῖτο τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ δυὸ παπποῦδες οἱ ὁποῖοι παρὰ τὸν καύσωνα μὲ σακάκι μάλιστα πέρασαν δίπλα μου παίζοντες τὰ μπεγλέρια τους πολιτικοσυζητῶντες φυσικά. Μερικά, ἐλάχιστα αὐτοκίνητα διέρχονταν μὲ παράθυρα ἑρμητικῶς κλειστὰ καὶ μούρτζουφλους ὁδηγούς.

Ἄκουγα ἀθλητικὸ ῥαδιόφωνο, εἶχα πρὸ πολλοῦ τελειώσει τὴν στήλη μὲ τὰ φαρμακεῖα καὶ τὰ κοινωνικὰ ἀλλὰ τίποτε γύρω μου. Ἡ προηγούμενη ἐμπειρία μὲ τὴν τύπισσα μοῦ φαινόταν ἤδη πολὺ μακρυνὴ (καὶ ἀνατομικῶς δηλαδὴ) κι ὅπως ἔδειχνε, χωρὶς τὴν πιθανότητα ἐπανάληψης ὁμοίου περιστατικοῦ - τί κρίμα ῥὲ γαμῶτο! Κι ἦταν τόσο ἐρημικά, δὲν ὑπῆρχε καὶ φόβος λιντσαρίσματος ἂν καὶ ποιὰ ψόφια τολμᾷ νὰ ἐπιτεθῇ ἢ νὰ δημιουργήσῃ σκηνή ὅταν προκαλῇ τόσο; Τὸ λέω ἐγώ, μὴ ἀντιμετωπίσας τὸ παραμικρό, χρόνια ἀναζητὼν ὁδοὺς τῶν νοτίων προαστείων!

Πάνω πο
ὺ σκεπτόμουν νὰ κινηθῶ πιότερο νοτιοανατολικά, πρὸς τὴν παραλία δηλαδή, ἔνθα ἦταν προσφορότατο τὸ ἔδαφος μὲ μπόλικες ἡδονοβλεψίες κυρίες καὶ δεσποινίδες, εἶδα μπροστά μου νὰ ἐμφανίζεται μιὰ κοπελίτσα - ἀρκετὰ κοντά μου, τὴν ἔκρυβε μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγο ἕνα περιπτέρι. Διέθετε ἕνα προσωπάκι τόσο ἀθῶο καὶ ἀψεγάδιαστο ποὺ ἀμέσως σκέφθηκα τί ἐκφράσεις θὰ ἔπαιρνε ὅταν θὰ μὲ ἔβλεπε νὰ «τὸ ῥωτῶ ποῦ ἡ ὁδὸς Κύπρου».

Ἄναψα τὴν μηχανὴ καὶ ἄπλωσα πάλι τὸ πουκάμισο πάνω μου. Δυσκολεύτηκα πάντως νὰ ξεκουμπωθῶ, εἶχα ἀνταποκριθῇ τόσο ἄμεσα μὲ τὴν περιέργεια ἐκείνη, ἔνοιωθα σὰν τοὺς μεγάλους ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι ἵσταντο συγκεκινημένοι ἐνώπιον μιᾶς μόλις ἀποκαλυφθείσης σημαντικῆς ἐφευρέσεως! Εἶχε πλησιάσει γιὰ τὰ καλά, ἕνα σωματάκι τόσο ἄγουρο καὶ ἄμαθο τοῦ θυσαυροῦ ποὺ ἔσερνε μαζύ! Φοροῦσε ἕνα σὸρτς ποὺ ἀποκάλυπτε λευκὰ πόδια ἐνῷ τὸ ἀμάνικο φανελλάκι φανέρωνε στὸν θώρακα δύο ἀσύμμετρα μὲν κυδώνια ἀλλὰ τόσο στέρεα, τόσο ἐπιβλητικά, τόσο δωρικὰ ποὺ θὰ μποροῦσε ἐκεῖ νὰ στήσῃ μιὰν συσκευὴ rds δείχνοντάς μου ὅτι ἡ πλατεία τῆς Ἁγίας Τριάδος προηγεῖτο τῆς ὁδοῦ Κύπρου. Ἡ περπατησιά της δὲν εἶχε τίποτε τὸ θηλυκὸ ἀλλὰ ἤμουν τόσο γοητευμένος…

Συγγνώμη, ψίτ! Κοπελιά! Ψίτ! Μ
ὲ συγχωρεῖς, ξέρεις πῶς θὰ πάω στὴν ὁδὸ Κύπρου;

Δ
ὲν κατάλαβε ἢ δὲν ἄκουσε μᾶλλον, ἕνα τρίτο ψὶτ τῆς γύρισε τὸ κεφάλι.

Ὁδὸς Κυπρλλλτρρτρσσσσς; Μήπως ξέρεις ποῦ εἶναι;

Ῥώτησα σὲ ντεσιμπὲλ ἁρμόζοντα σὲ περίπτωση ποὺ κάποιος κοιμόταν δίπλα μου, ὥστε μὴ ἀκούγοντας ἡ κοπελίτσα καθαρά, νὰ μὲ πλησιάσῃ. Ἔφθασε λοιπόν, ἦρθε πολὺ κοντὰ καὶ συνοφρυώθηκε:

Τί ε
ἴπατε;

Κούνησα κι
ἐγὼ τὰ φρύδια μου, προσπάθησα νὰ ἀκουμπήσω τὸ πηγούνι στὸν λαιμό μου κυττώντας της ὅμως καρφωτικά.

Ψάχνω… Ψάχνω μι
ὰν ὁδό. Τὴν Κύπρου. Ποῦ εἶναι, ξέρεις, καλό μου κοριτσάκι;

Τ
ὸ χέρι μου παραληροῦσε, ἦταν περίεργο ποὺ μποροῦσα καὶ ἐξέφερα ὅ,τι τῆς εἶπα, τὸ πουκάμισο ἀνέμισε σὲ μιὰ ξαφνικὴ παρόρμηση ἑνὸς αὐγουστιάτικου μελτεμιοῦ. Τὸ κορίτσι μὲ πάντα ἔκφραση ἀπορίας κύτταξε πρὸς τὰ πάνω, σὰν μαθήτρια ποὺ μόλις ἔχει ἐρωτηθῇ γιὰ τὴν πρωτεύουσα τῆς Ῥουάντα. Θυμήθηκε - ὄχι τὴν Κιγκάλι – θυμήθηκε τὴν πορεία ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ πάρω καὶ χαμογέλασε.

Ἴσια, στὴν πλατεία καὶ στὸ στενὸ τῆς ἐκκλησίας θ γιατί τὸ κάνετε αὐτό;

Παρακαλ
ῶ; Γιατί τὸ ἔκανα αὐτό; Ἀθῶο μου κορίτσι! Οὔτε αὐτὸ δὲν καταλάβαινε; Ὥστε λοιπὸν τόσο μικρὸ ἦταν; Μειδίασα λίγο ἀλλὰ συνέχιζα τὴν δουλειά μου, ἡ ἀπειρία του μοῦ κλιμάκωνε τόσο πολὺ τὸν ἐνθουσιασμό!

Γιατί τ
ὸ κάνετε αὐτό; Βλέπω, στὸ μέρος ἐκεῖ κάτω, στὰ σφιχτά σας δάχτυλα νὰ γυαλίζῃ μιὰ βέρα, εἶστε παντρεμένος, δὲν διοχετεύετε στὴν σύζυγό σας τὶς ὁρμές σας; Γιατί προτιμᾶτε κάτι τέτοιο;

Καλέ! Τί μο
ῦ ἔλεγε τὸ μικρό;! Τὸ ὁποῖο μικρὸ δὲν ἦταν τόσο μικρὸ κι ἀνώριμο τελικά! Σεξουαλικὴ ὑγιεινὴ θὰ ἀρχίσῃ τώρα νὰ μοῦ διδάσκῃ; Δὲν εἴμαστε καλά!

Δ
ὲν μοῦ μιλᾶτε; Μιλῆστε μου! Γιατί ἐπιλέγετε τέτοιους τρόπους ἰκανοποίησης; Γιατί δὲν συμβουλεύεστε κάποιον εἰδικό; Δὲν εἶναι ντροπὴ στὶς μέρες μας!

Μήπως
ἔχεις καμιὰ καρτούλα, κάποιον νὰ μᾶς προτείνῃς; Βρὲ γιὰ κάνε μου τὴν χάρη! Καὶ ἀμίλητα συνέχιζα, ἐκνευρισμένος λίγο μὲ τὸν ὄψιμο πατερναλισμὸ ἑνὸς σχεδὸν ἀνηλίκου!

Μιλ
ῆστε μου! Ντρέπομαι ποὺ ἕνας καθ’ὅλα φυσιολογικὸς ἐξωτερικὰ κύριος προσφεύγει σὲ τέτοιες μεθόδους ίκανοποιήσης!

Ἄααααα! Κύττα τώρα μπλέξιμο! Κύττα ποὺ πέσαμε στὴν ντόκτωρ Ῥοῦθ! Παρὰ ταῦτα πάντως παρέμενα μεγαλόπρεπος καὶ μὲ μιὰ ἀξεπέραστη οἴηση! Τὸ κοριτσάκι μὲ κυττοῦσε ἐπιτιμητικὰ κι ἐγὼ προλαβαίνοντάς την στὸ ξενέρωμα, γιὰ νὰ τῆς τὴν σπάσω, σούρωσα στὴν κοιλιὰ τὸ πουκάμισο καὶ τὴς ἔδειχνα τό…δαχτυλίδι μου - χωρὶς αὐτὸ νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς ζώνης εὐθύνης ποὺ ὅριζαν τὰ δάκτυλά μου… Νὰ νὰ νὰ νὰ νάαααα! Μπροστά, πίσω, δεξιά, ἀριστερά, χαμηλά, ψηλά…

Λυπ
ᾶμαι, λυπᾶμαι πολύ. Ἀλήθεια.

Κα
ὶ στράφηκε στὸν δρόμο της μὲ μιὰ καθυστέρηση τεσσάρων λεπτῶν. Δὲν γύρισα νὰ τὴν κυττάξω, οὔτε κἂν στὰ πέριξ δὲν ἔριξα μιὰ ματιὰ γιὰ τὸν φόβο περαστικῶν. Κάθιδρος ξαπλώθηκα στὸ κάθισμα, ἔφτιαξα τὰ ῥοῦχα μου καὶ χαυνωμένος προσπάθησα νὰ ἠρεμήσω. Φοῦυυυυ, καιρὸ εἶχα νὰ ζήσω κάτι τόσο ἔντονο. Τόσο ἔντονο ποὺ δὲν ἤθελα νὰ γυρίσω ἀκόμα στὸ σπίτι. Ἔπρεπε ὄμως νὰ φύγω, τὸ μέρος ἐκεῖ ἦταν πλέον καμμένο, ἄσε ποὺ μπορεῖ ἡ κοπελίτσα νὰ γύριζε παρέα μὲ κἄναν κοινωνικὸ λειτουργό! Γιὰ τέτοια ἤμαστε;

Ξεκίνησα λοιπ
ὸν καὶ ἄρχισα νὰ γυρίζω στὴν γειτονιά. Μὲ τὸν νοῦ μου σὲ διέγερση, μιὰ ἀνησυχία ἡ ὁποία μὲ ἔσπρωχνε ὅσο τὸ δυνατὸν μακρύτερα. Ἔστριβα ὅπου ἔβλεπα φαρδὺ δρόμο, παραβιάζοντας τὶς μονοδρομήσεις καὶ ἔψαχνα κάποιο ἀλσύλιο. Βρέθηκα σὲ μιὰ περιοχὴ μὲ θέα στὸν ὀρεινὸ ὄγκο μὲ πολλὲς πλατεῖες. Χμ… Καλὰ ἦταν. Ἄμεσα ξέχασα τοὺς φόβους μου καὶ ἄραξα κάτω ἀπὸ ἕναν εὐκάλυπτο. Ἄναψα ἕνα τσιγάρο καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ δὲν ἔψαχνα γιὰ τὸ ἑπόμενο θήραμα - ἤλεγχα ὅμως τὴν γειτονιά, ἂν ἔβλεπα κἄναν παπποῦ νὰ κάθεται σὲ μπαλκόνι, ἒ ἐντάξει. Ἦταν καθαρὰ πάντως…

Θ
ὰ ἄναβα κι ἄλλο τσιγάρο ἀλλὰ ξαφνικὰ πετάχτηκε ἀπὸ μιὰ καγκελόπορτα μιὰ κοπέλα. Ξανθούλα, μὲ κοντὸ μαλλί, κοντούλα καὶ εὐκίνητη. Εἶχε τὸ κινητὸ στὸ αὐτί της, ἦταν φανερὸ ποῦ μιλοῦσε, δὲν ἀκουγόταν φυσικὰ κάτι, ἀλλὰ ἦταν φανερό. Εὐτυχῶς ἐρχόταν πρὸς τὸ μέρος μου· δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κάνω κύκλο καὶ νὰ χρειαστῇ νὰ κάτσω σὲ ἄλλο μέρος χωρὶς πρῶτα νὰ τὸ ἔχω ἐλέγξει. Ἐρχόταν σχεδὸν τρέχοντας καὶ τὰ μέλη της ἐπίσης συμμετέσχον στὸν ἐνθουσιασμό της, ποῦ πήγαινε ἄραγε; Δὲν χρειαζόμουν περισσότερα. Ἄναψα τὴν μηχανὴ καὶ ἔγειρα στὸ κάθισμα τοῦ συνοδηγοῦ…

Συγγνώμη κοπελιά κα
ὶ ὅπλιζα τὸ 38άρι μου ἀσφαλίζοντάς το μὲ τὸ πουκάμισο… Συγγνώμη, ἡ ὁδὸς Παλιγεννεσίας εἶναι ἐδῶ κοντὰ ἢ ἔχω χαθῇ;

Μ
ᾶλλον χαθήκατε. Χα χά! Δὲν τὴν ξέρω, ξέρω ὅμως τὴν περιοχὴ καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι κοντὰ ἐδῶ…

Δ
ὲν σταμάτησε καθόλου ἐνῷ μοῦ ἀπαντοῦσε. Συνέχιζε τὸ βιαστικό της βῆμα. Σπουδαῖο κορμί, ἀδύνατο κι ἀθλητικό. Δὲν θὰ ἔχανα τῆν εὐκαιρία. Ἔβαλα τὴν ὄπισθεν καὶ μὲ ἀργὴ παρέλασης ταχύτητα, παρέμενα δίπλα της. Τί νὰ πρωτοήλεγχα; Αὐτήν, τὸν δρόμο ἢ τὸν τυπὰ ποὺ οἱ ἀνάγκες του μὲ εἶχαν μεταναστεύσει σήμερα; Καὶ μέσα σ’ὅλα φυσικά, ὑπῆρχε καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ μὲ δῇ ἡ κοπέλα. Σήκωσα ἀπότομα τὸ χειρόφρενο καὶ στὸν θόρυβο τῶν λάστιχων, σταμάτησε ἀπότομα καὶ μὲ κύτταξε. Ἦρθε κοντὰ καὶ ἄ! Ὅμορφα! Τώρα ἦταν ὅμορφα! Υἱοθετώντας ἕνα χαζούλικο ὕφος μὲ τὸ ἀνάλογο χαμόγελο καὶ τὸν ἁρμόζοντα ῥυθμὸ στὸ χέρι μου, τὴν ῥώτησα:

Κα
ὶ πῶς θὰ φύγω ἀπὸ ἐδῶ; Ἔχεις καμιὰν ἰδέα;

…χωρ
ὶς φυσικὰ νὰ παραλείψω μιὰ ἀτακτοποίηση τοῦ ὑποκαμίσου, καθὼς τελείωνα τὴν φράση μου. Εἶχε μείνει ἀκίνητη, ἐντελῶς ἀκίνητη καὶ εἶχε ἀναλάβει ἕνα σκερτσῶδες ὕφος, αὐτὸ ποὺ δηλώνεται μὲ προφὶλ προσώπου τριῶν τετάρτων. Δὲν κυττοῦσε χαμηλὰ ἀλλὰ δὲν μπορεῖς νὰ διακρίνῃς ἀκόμα κι ὅταν βλέπῃς τὸ πρόσωπο τοῦ ἀπέναντι, τί ἄλλο κάνει τὸ σῶμα του; Τὸ ἔβλεπε, μὲ ἔβλεπε φυσικά. Κι ἐγὼ μὲ συνεχῶς διογκούμενο θάρρος ἀπὸ τὴν ψύχραιμη μέχρι παρεξηγήσεως συμπεριφορά της συνέχιζα κορυφώνοντας τὴν κίνησή μου. Ὡστόσο δὲν ἀφηνόμουν· ἦταν ὅλα τόσο περίεργα κι αὐτὴ δὲν μιλοῦσε, παρότι φαινόταν πὼς ἤθελε ἄπειρα νὰ πῇ, δὲν μιλοῦσε, δὲν ἔλεγε τίποτε παρὰ μόνον τὰ χέρια εἶχε σταυρώσει καὶ μὲ κυττοῦσε, προσηλωμένη χωρὶς νὰ μετακινῇ μοίρα τὴν ματιά της.

Λοιπόν;
Ἔχεις καμιὰν ίδέα; Κάτι νὰ προτείνῃς;

Πλησίασε, τόσο
ὥστε νὰ μυρίζω τὴν δυόσμο τσίχλα της, ἔβαλε τὰ χέρια στὴν πόρτα καί ἐμμέτρως, μοῦ εἶπε:

Σήμερα πο
ὺ ’ναι τ’ ἀη γιαννιοῦ, τιοῦ Θιοῦ ζητῶ μιά χάρη
το
ῦ χρόνου σὰν καὶ σήμερα νὰ γίνουμε ζευγάρι.